Η μη επίτευξη συμφωνίας στο εδαφικό, που θα οδηγούσε και σε ορισμό διεθνούς διάσκεψης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καταστροφή. Αντίθετα, θα πρέπει να θεωρηθεί ως αποκάλυψη και διαφυγή από την παγίδα της Τουρκίας, η οποία επεδίωξε να πραγματοποιηθεί άμεσα η πενταμερής διάσκεψη, πριν επιτευχθεί στις «ενδοκυπριακές» συνομιλίες επίλυση όλων των διαφορών που εξακολουθούν να υπάρχουν στα τέσσερα πρώτα κεφάλαια και στο εδαφικό. Ουσιαστικά, η τουρκική παγίδα περιλάμβανε χρονοδιάγραμμα λύσης (εντός 2016) και συγκαλυμμένη επιδιαιτησία, που θα ολοκληρώνοντο επίσης τον Δεκέμβρη.
Είχε δε πρόσθετο στόχο με αυτή την τακτική η Τουρκία, πέρα από την επιβεβαίωση της θέσης της για εκλιπούσα δήθεν Κυπριακή Δημοκρατία, να επιφέρει στην πλευρά μας δύο δυσμενέστατες και ανεπανόρθωτες συνέπειες: (α) στη διεθνή διάσκεψη θα πιέζετο ο κ. Αναστασιάδης σε ένα «πάρε-δώσε» για επίλυση όλων των εκκρεμουσών και άλυτων πτυχών στα διάφορα κεφάλαια, με νέες δικές μας υποχωρήσεις και (β) η τυχόν κατάληξη σε συμφωνία, ως θέμα που θα ετύγχανε ευρύτερης πλέον διεθνούς αποδοχής, θα αποτελούσε σημαντικό ψυχολογικό στοιχείο πίεσης στον λαό, για αποδοχή με δημοψήφισμα της όποιας λύσης, ως τελευταίας δήθεν ευκαιρίας.
Στρεψόδικα οι Τούρκοι δεν συνέβαλαν σε σύγκλιση στο πρόβλημα της εδαφικής έκτασης που η κάθε πολιτεία θα είχε στο νέο Ομόσπονδο Κράτος και προκλητικά προσπάθησαν αφενός να μας εμφανίσουν αδιάλλακτους αλλά και αφετέρου απέβλεψαν να δημιουργήσουν στον απλό πολίτη, που ανέμενε λύση στο εδαφικό, έντονη απογοήτευση. Όλα αυτά καθοδηγούμενα από την Τουρκία, η οποία με βάση τον ενδοκυπριακό διάλογο παραμένει στο απυρόβλητο. Μια υποχώρηση δική μας έναντι της ενόχου για την κατάσταση παρανομίας από το 1974, που εκμεταλλεύεται έκτοτε η Τουρκία.
Ας ανατρέψουμε λοιπόν αυτήν τη στρατηγική της Τουρκίας. Ας προβάλουμε την καθαρή και κατανοητή θέση, πως το να προηγηθεί μια διεθνής διάσκεψη που θα καταλήξει σε κατάργηση εγγυήσεων, επεμβατικών δικαιωμάτων, μεταφορά στην Τουρκία του στρατού κατοχής και ασφάλεια θα αποτελέσει μια εντονότατη προτροπή ή ώθηση για μια συνολική συμφωνία των δύο κοινοτήτων. Ας αποφασιστεί υπό την αίρεση ότι θα υπάρξει κατάληξη σε λύση, η οποία προϋποθέτει συγκεκριμένες τροποποιήσεις (όχι παρθενογένεση) του Συντάγματος που θα ισχύει, το οποίο και θα τεθεί σε δημοψήφισμα. Έτσι αντί δοτό Σύνταγμα ως του 1960, θα έχουμε ένα συγκεκριμένο και εγκριθέν από τον λαό νέο Σύνταγμα.
Ας προβάλουμε διεθνώς λοιπόν ότι δεν αρκούν σχέδια λύσης με αοριστίες και ασάφειες. Η ορθότητα της επιδίωξης, να είναι η λύση συγκεκριμένη και να αφορά σε υπαρκτό και συμφωνημένο νέο Σύνταγμα, αφού προηγηθεί η διεθνής διάσκεψη και δι’ αυτής να έχουν ξεκαθαρίσει τα θέματα διεθνών συμφωνιών, είναι αυτόδηλη και αυταπόδεικτη. Τότε μόνο ο κάθε πολίτης με το ΝΑΙ ή το ΟΧΙ του θα επιλέξει, γνωρίζοντας επακριβώς ποιος θα είναι ο υπέρτατος Νόμος που θα διέπει τη μελλοντική του ζωή και τα δικαιώματά του. Είναι απαίτηση λογικής θεώρησης αλλά και συνταγματικής τάξης, που επιβάλλει να προηγηθεί η πλήρης ετοιμασία ενός, συμφωνημένου στο επίπεδο της ενδοκυπριακής διαπραγμάτευσης, νέου Συντάγματος.
Με δεδομένο και συμφωνημένο το προσχέδιο του τροποποιημένου νέου Συντάγματος και με υπαρκτή την κατάργηση της Συνθήκης Εγγυήσεως, την οριστική άρση της παρουσίας του στρατού κατοχής της Τουρκίας και με συμφωνημένη τη διασφάλιση της λύσης που δεν θα είναι ετεροβαρής και θα ταιριάζει σε μια χώρα πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα προκύψει σαφέστατο το μήνυμα προς τον λαό για άρση των ανησυχιών του για την επόμενη ημέρα της λύσης. Αρκεί η λύση ως θα προκύπτει μέσα από το νέο Σύνταγμα να είναι δικαία, λειτουργική και βιώσιμη.
Με το να μην υπάρχει ασάφεια ή αοριστία όπως υπήρχε στο Σχέδιο Ανάν, σε ό,τι θα τεθεί προς Δημοψήφισμα, είναι προφανές ότι ο λαός θα γνωρίζει εάν θα συνεχίσει να απολαμβάνει όσα δικαιώματα και ευκαιρίες παρέχει η Ευρωπαϊκή Ένωση σε κάθε κράτος-μέλος της. Ας επιδιώξουμε να έχει ο λαός, επιτέλους, τον τελικό λόγο προς αποδοχή ή όχι των αναγκαίων τροποποιήσεων επί ενός συγκεκριμένου νέου Συντάγματος χάριν της ασφάλειας του δικαίου. Έτσι θα είναι ξεκάθαρο και το κεφάλαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και, κύρια, θα είναι προφανές εάν θα διατηρηθεί η συνταγματική πρόνοια, για υπεροχή του κοινοτικού δικαίου.
ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος




