Η επίσημη απόδοση της κακολειτουργίας των κρατικών νοσοκομείων στην πλευρά των γιατρών είναι άδικη. Η ταλαιπωρία των ασθενών προέρχεται βασικά από την κακή οργάνωση διεκπεραίωσης των εργασιών, πρόσθετα προς τις ελλείψεις σε ιατρικό κι άλλο προσωπικό. Τελευταία είχα την ευκαιρία, και την ατυχία, να διαπιστώσω και προσωπικά την κακή κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η παροχή ιατρικής φροντίδας στα νοσοκομεία. Πρέπει από την αρχή να διευκρινίσω ότι δεν εννοώ την ποιότητα των ιατρικών υπηρεσιών, που χάρη στην εξαιρετική κατάρτιση του ιατρικού/νοσηλευτικού προσωπικού, τις κτηριακές και εξοπλιστικές διευθετήσεις που έγιναν ευρίσκονται σε υψηλά επίπεδα.
Πέραν της πολύ μεγάλης καθυστέρησης στον καθορισμό ημερομηνίας για μια εξέταση ή ένα ραντεβού, το όλο σύστημα, ακόμη και στο στάδιο εκτέλεσής του, πάσχει από ερασιτεχνισμούς, με συνέπεια την αχρείαστη περαιτέρω ταλαιπωρία των ασθενών. Και δεν αναφέρομαι σε καθυστερήσεις λόγω έκτακτων περιστατικών ή απρόβλεπτων εξελίξεων σε κάποιες περιπτώσεις, που δεν μπορούν να αποκλειστούν σε θέματα υγείας.
Πέραν της εισήγησής μας ως Γραφείο Προγραμματισμού για την ανάγκη εισαγωγής του ΓεΣΥ πολύ πριν από την εισβολή, για την οποία έγραψα κι άλλοτε, αργότερα φροντίσαμε να εξασφαλίσουμε μέσω προγράμματος της Κοινοπολιτείας αριθμό υποτροφιών για παρακολούθηση Διοικητικών Λειτουργών συγκεκριμένων μαθημάτων Διοίκησης Νοσοκομείων στη Μ. Βρετανία. Ας σημειωθεί ότι από έρευνα που κάναμε τότε κανένας από τους εκπαιδευθέντες δεν χρησιμοποιήθηκε για τον σκοπό αυτό, παρά τις επανειλημμένες διαμαρτυρίες μας προς το αρμόδιο Υπουργείο.
Προβήκαμε στις πιο πάνω κι άλλες ενέργειες γιατί, μετά από σχετικές μελέτες, διαπιστώσαμε ότι το υφιστάμενο σύστημα υγείας δεν θα μπορούσε να εξυπηρετήσει ικανοποιητικά πληθυσμό πέραν του 80%, που εδικαιούτο δωρεάν ή με μειωμένο κόστος ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Ήδη τα σημάδια ήταν εμφανή από τότε. Το γεγονός ότι δεν κατέρρευσε εντελώς κι άντεξε και μετά τη λαίλαπα της εισβολής οφείλεται στις μεγάλες προσπάθειες που έγιναν για διατήρηση και βελτίωσή του, με την ανέγερση νέων σύγχρονων νοσοκομείων και τον εξοπλισμό τους, τη στελέχωσή του με πρόσθετο προσωπικό, τη δημιουργία της πυραμίδας αντιμετώπισης περιστατικών από τα αγροτικά κέντρα υγείας, τα επαρχιακά νοσοκομεία και το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και το Μακάρειο Νοσοκομείο.
Σ’ αυτό βοήθησε σημαντικά κι η εν τω μεταξύ ανάπτυξη των ιδιωτικών πολυκλινικών, κάτι που αποτελούσε μέρος της κυβερνητικής πολιτικής στον τομέα της υγείας. Φαίνεται όμως ότι τελικά αυτή η εξέλιξη υπήρξε ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους δεν προωθήθηκε το ΓεΣΥ. Οι ιδιωτικές δαπάνες για την υγεία έχουν ξεπεράσει κατά πολύ τις δημόσιες.
Το 2012 οι ιδιωτικές δαπάνες αποτέλεσαν το 3,8% του ΑΕΠ, οι κυβερνητικές το 3,3%, ενώ οι κλίνες των ιδιωτικών νοσοκομείων ξεπέρασαν εκείνες των κυβερνητικών. Έτσι ούτε το Υπουργείο Οικονομικών βιάζεται να προχωρήσει το ΓεΣΥ, παρόλο που δεν φαίνεται να αυξηθούν οι σημερινές υποχρεώσεις του, ούτε οι ιδιώτες γιατροί. Έτσι εξηγείται η ταλαιπωρία όσων ασθενών στηρίζονται στα κρατικά νοσοκομεία για ιατρική εξυπηρέτηση.
Θα περιοριστώ εδώ στις διοικητικές αδυναμίες που παρουσιάζονται. Άλλοι ειδικοί θα μπορούσαν να ασχοληθούν με την πλευρά των υπηρεσιών υγείας που παρέχονται ή δεν παρέχονται, ώστε να αναγκάζεται τόσος κόσμος να προστρέχει για εξυπηρέτηση στα ιδιωτικά νοσοκομεία ή και στο εξωτερικό. Οι εμπειρίες μου απορρέουν βασικά από τα κρατικά νοσηλευτήρια της Λευκωσίας.
Πέραν του ό,τι σε πολλές περιπτώσεις ορίζεται ραντεβού για επίσκεψη σε γιατρό ή για κάποια εξέταση ή επέμβαση μετά από μήνες και οι ημερομηνίες δεν τηρούνται, ο χειρισμός των περιπτώσεων είναι συνήθως απαξιωτικός για τους ασθενείς. Κι ενώ είναι καθόλα κατανοητό, λόγω των ελλείψεων σε κλίνες και προσωπικό ή λόγω έκτακτων ιατρικών περιστατικών, να υπάρχουν τέτοιες ανωμαλίες, ο χειρισμός των αδημονούντων ασθενών είναι απαράδεκτος πολλές φορές.
Σε πολλές περιπτώσεις οι υπηρεσίες δεν έχουν ακόμη μηχανογραφηθεί, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται παντού ουρές. Όταν τελικά φτάσεις στον προορισμό σου δεν είναι βέβαιο αν πράγματι θα εξυπηρετηθείς. Δεν φαίνεται να υπάρχει παντού κάποιος υπεύθυνος, στον οποίο κάποιος υπάλληλος να απευθυνθεί. Κι έτσι αναγκάζεται να αυτοσχεδιάζει ή να προβαίνει σε αυθαίρετες διευθετήσεις, που καθόλου δεν συνάδουν με τη σοβαρότητα των περιπτώσεων.
Κλείνοντας θα ήθελα να αναφερθώ σε δύο πρόσφατα περιστατικά που καταδεικνύουν την τραγικότητα της κατάστασης. Όταν κάποιοι ασθενείς προσήλθαν στο Νοσοκομείο για μια εξέταση που καθορίστηκε αρκετούς μήνες πριν και καταβεβλημένοι λόγω της προαπαιτούμενης προετοιμασίας και διαπίστωσαν ότι δεν μπορούσε να γίνει λόγω βλάβης του σχετικού μηχανήματος, αντί ο αρμόδιος λειτουργός να ενδιαφερθεί να τους εξηγήσει τι θα γίνει, άρχισε να τηλεφωνεί σε μια μεγάλη λίστα ατόμων που ήταν για εξέταση την ίδια μέρα, αγνοώντας τους παρευρισκομένους.
Το αστείο είναι ότι αυτοί που ήταν εκεί και περίμεναν να μιλήσουν μαζί του, μίλησαν πράγματι μαζί του όταν κτύπησε το κινητό τους τηλέφωνο. Προτίμησε το τηλέφωνο ή απλώς δεν γνώριζε τι έκανε; Ένας θα ανέμενε ότι κατά την εξέταση στη νέα ημερομηνία και ώρα, που τους δόθηκε, θα ετύγχαναν κάποιας καλύτερης μεταχείρισης και προτεραιότητας μετά τη νέα προετοιμασία και ταλαιπωρία.
Αντ' αυτού η ώρα περνούσε χωρίς να καλούνται για εξέταση. Όταν ρώτησαν να μάθουν τι γίνεται και γιατί παίρνουν άλλους που κανονικά είχαν ραντεβού μία και δύο ώρες μετά απ’ αυτούς, η απάντηση ήταν ότι προτεραιότητα είχαν οι ασθενείς της ημέρας. Προφανώς δεν υπήρξε ο αναγκαίος συντονισμός μεταξύ των δύο εμπλεκομένων υπηρεσιών.
ΔΡ ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com.cy




