Δεν πρέπει να υποβαθμίζεται το κόστος της λύσης. Ένα νέο κράτος δεν μπορεί να είναι βιώσιμο πολιτικά, αν δεν είναι βιώσιμο και οικονομικά. Δυστυχώς, στην περίπτωση της Κύπρου παραγνωρίζεται ή τουλάχιστον υποβαθμίζεται το κόστος της λύσης.
Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε το ύψος του χρέους της κάθε πολιτείας και να καθορίζεται σαφώς στη συμφωνία λύσης ποίος θα το αποπληρώσει. Από τις μέχρι τώρα πληροφορίες ή ενδείξεις που υπάρχουν, το θέμα του περιουσιακού θα επιλυθεί βασικά με αποζημιώσεις και ανταλλαγή περιουσιών.
Οπόταν, στην περίπτωση αυτή, αναμένεται ότι θα απαιτηθούν αρκετά δις ευρώ. Το κόστος επανοικοδόμησης της Αμμοχώστου και άλλων περιοχών που θα επιστραφούν θα είναι επίσης πολύ μεγάλο. Τέλος, τα έξοδα λειτουργίας τριών κυβερνήσεων, τεσσάρων νομικών σωμάτων, τριών δικαστικών εξουσιών κλπ αναμένεται ότι θα είναι δυσανάλογα υψηλά για μία μικρή χώρα όπως η Κύπρος.
Η άποψη, ότι με τη λύση θα κατακλυσθούμε από ξένες επενδύσεις, όσο αισιόδοξη και αν είναι, δεν θα επιλύσει το πρόβλημα κόστους της λύσης, γιατί δεν θα προσφέρει ρευστότητα κεφαλαίων. Αυτό θα βοηθήσει την οικονομία μακροπρόθεσμα, εφόσον θα υπάρξει πολιτική σταθερότητα. Επομένως, στο τέλος της ημέρας, οι Ελληνοκύπριοι είναι εκείνοι που θα καλύψουν το μεγαλύτερο κόστος της λύσης, γιατί θα συνεισφέρουν κατ’ αναλογία πληθυσμού και εισοδήματος. (Υπάρχουν πληροφορίες για 85%).
Όσον αφορά τη διεθνή βοήθεια για τη χρηματοδότηση της λύσης, δεν πρέπει να έχουμε ψευδαισθήσεις. Έχουμε ήδη τις δηλώσεις εκπροσώπων του ΔΝΤ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις προθέσεις τους. Εξάλλου το σχέδιο Ανάν το 2004 απέδειξε ότι δεν μπορούμε να στηριχτούμε σε διεθνή βοήθεια και δωρεές ύψους πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ, που θα απαιτηθούν για τη λύση.
Καταληκτικά, θα πρέπει να γνωρίζει ο λαός ότι το κόστος της λύσης θα καλυφθεί από δανεισμό πολλών δισεκατομμυρίων, που θα πληρωθεί κυρίως από τους Ελληνοκυπρίους. Θα αγοράσουν δηλαδή τον μπελά οι Ελληνοκύπριοι, καταβάλλοντας το κόστος της τουρκικής εισβολής και κατοχής.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΩΝΔΑΣ
Πρώην Γενικός Διευθυντής Υπουργείου




