Η όποια λύση δεν μπορεί να στερήσει δικαιώματα που αποκτήθηκαν κατά το κοινοτικό κεκτημένο

Με την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όλοι οι νόμιμοι πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας, πρόσφυγες και μη, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, απέκτησαν όσα δικαιώματα καθιερώνει το κοινοτικό κεκτημένο υπέρ κάθε πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ποία είναι, λοιπόν, η σημασία του σεβασμού που οφείλει η πολιτεία στα κτηθέντα δικαιώματα κατά το κοινοτικό δίκαιο; Περί το ζήτημα τούτο έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον και σημασία η πρόσφατη απόφαση βρετανικού Δικαστηρίου, το οποίο έκρινε ότι δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός πως οι Βρετανοί, ως πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απέκτησαν δικαιώματα που διαμορφώθηκαν κατά το κοινοτικό κεκτημένο.

Η διάσταση της θεώρησης αυτής, πέραν από τη νομική της σημασία, είναι σε επίπεδο πολιτικής εξαιρετικά μεγάλη. Τούτο γιατί τα από χρόνια δικαιώματα, αποκτηθέντα από κάθε πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφορούν ατομικά σε έναν έκαστο και άρα δικαιούται ο καθένας να ζητήσει τον σεβασμό τους. Προφανώς η δικαστική αυτή απόφαση, έστω και εάν η κυβέρνηση της Βρετανίας προχωρεί σε αμφισβήτησή της με έφεση, αποτελεί μιαν ενδιαφέρουσα βάση για προβληματισμό για την έκταση και δύναμη των δικαιωμάτων του κάθε Ευρωπαίου πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας, που ως άτομο είχε υποχρεώσεις και δικαιώματα, με βάση τις αρχές και αξίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία διαμορφώθηκαν στο πλαίσιο του κεκτημένου.

Κατά λογική συνέπεια η απόφαση αυτή αναδεικνύει τη δύναμη του κοινοτικού κεκτημένου ως δικαίωμα κάθε πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ανάλογα και σ’ ό,τι αφορά την Κύπρο, όπου με την πέμπτη τροποποίηση του Συντάγματος κατέστη το κοινοτικό κεκτημένο υπέρτερο του Συντάγματός μας. Οπότε, η όποια συμφωνία που θα προκύψει από την πιεστική διαπραγμάτευση μεταξύ των κ.κ. Αναστασιάδη και Ακιντζί, που θα περιέχει την όποια στέρηση στα ήδη κτηθέντα κοινοτικά δικαιώματα, θα αποτελεί παραβίαση ατομικών δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν κατά το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συνεπώς, κάθε Κύπριος πολίτης έχει προφανέστατο δικαίωμα να αμφισβητήσει την όποια συμφωνία λύσης που θα του επιφέρει στέρηση ή περιορισμό των ήδη κτηθέντων δικαιωμάτων του στο υπό στρατιωτική κατοχή τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Παράλληλα, αφού ο εκάστοτε Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι και πρέπει να ενεργεί ως θεματοφύλακας του Συντάγματος, προνόμιο και καθήκον που του επιτρέπει ακόμη και να αμφισβητεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου τη συνταγματικότητα των Νομοθετημάτων που ψήφισε η Βουλή, δεν έχει δικαίωμα να αποδεχθεί ή να συμφωνήσει λύση η οποία θα επιφέρει στέρηση ή περιορισμό κεκτημένων δικαιωμάτων από το 2004 κατά το κοινοτικό δίκαιο.

Βέβαια υπάρχει, αλλά δεν πρέπει να είναι αποδεκτή, η γνωστή δήλωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ότι, εάν οι ίδιοι οι Κύπριοι συμφωνήσουν σε λύση που θα εμπεριέχει εκπτώσεις από το κεκτημένο και συμφωνούν να καταστεί η λύση αυτή Πρωτογενές δίκαιο, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα έχει ένσταση να ενσωματώσει την όποια συμφωνία ως τμήμα του κοινοτικού κεκτημένου. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν εξαρτά τη συνοχή και λειτουργικότητά της από μια γείτονα χώρα, όπως η Κύπρος, την Τουρκία, η οποία έχει μια διαρκή, επεκτατική βουλιμία. Άρα, δεν την ενδιαφέρει εάν το νέο Πρωτογενές δίκαιο περί την Κύπρο θα επιφέρει στέρηση σε κάποιο βαθμό του κεκτημένου, που θα καταστεί μόνιμη, αφού θα αφορά μόνο την Κύπρο.

Η προστασία κάθε ατομικού δικαιώματος κατά το κοινοτικό κεκτημένο ήταν και πρέπει να παραμείνει μια προφανής ασπίδα δικαίου, ώστε να υπάρξει το ίδιο δίχτυ νομικής προστασίας που ισχύει υπέρ των δικαιωμάτων όλων των νόμιμων πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ανεξάρτητα, λοιπόν, προς την όποια κατάληξη των συνομιλιών στην Ελβετία, ας αποτελέσει αυτή η βρετανική Νομολογία αφετηρία νέου προβληματισμού για διεκδίκηση λύσης με πλήρη σεβασμό του κεκτημένου. Επιδίωξη που πρέπει και μπορεί να είναι, εδώ και τώρα, κοινή διεκδίκηση Προέδρου, Βουλής και κυρίαρχου λαού. Ας μην ξεχνούμε ότι ήταν 9 Νοεμβρίου όταν το διαχωριστικό τείχος του Βερολίνου κατέπεσε ως απαράδεκτο, για την Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμβολο διαχωρισμού.

Πρέπει να γίνει επιτέλους κατανοητό ότι, μια λύση που θα εμπεριέχει την απόλυτη αναγνώριση και ισχύ του κοινοτικού κεκτημένου, που θα εφαρμοστεί σ’ ολόκληρη την επικράτεια της Κύπρου, δεν θα στερήσει στους Τουρκοκύπριους το όποιο ανθρώπινο δικαίωμα. Αντίθετα, η επιδίωξη από πλευράς Τουρκίας να ΜΗΝ υπάρχει πλήρης εφαρμογή του κεκτημένου εμπεριέχει και αποκαλύπτει τους αλλότριους στόχους της. Προφανώς αποτελεί μεθόδευση υπονόμευσης της δυνατότητας να είναι λειτουργική και βιώσιμη η υπό εκκόλαψη λύση.

Σαφώς η Τουρκία μεθοδευμένα και από χρόνια (από τον Δεκέμβρη του 1963) επιδιώκει λύση που θα επιφέρει εξαφάνιση της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως Κράτους. Οι προδιαγραφόμενοι όροι λειτουργίας του νέου κρατικού μορφώματος θα προκαλέσουν ή θα συντελέσουν τέτοια προβλήματα δυσλειτουργίας, που θα οδηγήσουν στην επιβολή πλήρους επικυριαρχίας της Τουρκίας σε βάρος ολόκληρης της νήσου. Η συνεχής μεθόδευση της Τουρκίας και οι λεπτομέρειες της λύσης οδηγούν σε ένα κρατικό μόρφωμα, το οποίο θα εξυπηρετεί τις επιδιώξεις της Τουρκίας.

ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος