Καθώς διανύουμε τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, είναι γεγονός ότι βιώνουμε καθημερινά γύρω μας ραγδαίες εξελίξεις, ιδιαίτερα στον τομέα της ηλεκτρονικής τεχνολογίας, που εκσυγχρονίζουν με επαναστατικούς θα λέγαμε ρυθμούς, τα σύγχρονα εκπαιδευτικά συστήματα, σε οικουμενικό επίπεδο. Την ίδια ώρα εξακολουθεί να υπάρχει ανισότητα ευκαιριών στις χώρες του τρίτου κόσμου, που οφείλονται εν πολλοίς στην οικονομική κρίση, τη φτώχια και τη διαρκώς εντεινόμενη πολεμική αναταραχή, που ξεριζώνει εκατομμύρια ανθρώπους από τις πατρογονικές τους εστίες και στερεί από εκατομμύρια παιδιά και νέους το δικαίωμα φοίτησης στο σχολείο.
Οι ραγδαίες αυτές αλλαγές και εξελίξεις, όπως είναι αναμενόμενο, δεν αφήνουν ανεπηρέαστη και τη δική μας πατρίδα, όπου εδώ και δέκα και πλέον χρόνια προωθείται η σταδιακή αναβάθμιση και ο εκσυγχρονισμός του εκπαιδευτικού μας συστήματος, μέσα από μια συνολική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση.
Είναι επίσης γεγονός ότι, παρά το ότι έχουν ήδη σχεδιαστεί και εισαχθεί σημαντικές εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, πολλά έχουν ακόμα να γίνουν ώστε να μπορούμε να μιλάμε για ένα σύγχρονο και πραγματικά αναβαθμισμένο εκπαιδευτικό σύστημα, που να αρμόζει σε ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως είναι η ευρωπαϊκή Κύπρος, και κυρίως να ικανοποιεί στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τις ανάγκες των σημερινών παιδιών.
Ανάμεσα στις καινοτόμες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, που έχουν ήδη δρομολογηθεί ή βρίσκονται στο στάδια του σχεδιασμού ή της μελέτης και συζήτησης με τους κοινωνικούς εταίρους, περιλαμβάνονται και αλλαγές που επηρεάζουν το έργο της Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας (ΕΕΥ), η οποία αποτελεί το αρμόδιο θεσμικό όργανο για τους διορισμούς, τις μεταθέσεις και τις προαγωγές των εκπαιδευτικών των δημόσιων σχολείων του τόπου (προδημοτικής, δημοτικής, μέσης και τεχνικής εκπαίδευσης).
Όπως προνοούν «οι περί της Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμοι του 1969 έως 2004», η Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας (ΕΕΥ) διορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο για εξαετή θητεία και αποτελεί ενιαίο, συλλογικό όργανο αποφάσεων, με κατοχυρωμένη την ανεξαρτησία της. Η λειτουργία της ΕΕΥ, από την αρχή της σύστασής της ως θεσμού στις αρχές της δεκαετίας του ’60 ίσαμε σήμερα, διέπεται από νομοθεσίες και κανονισμούς, που, στην πλειονότητά τους, χρήζουν αναθεώρησης και εκσυγχρονισμού, ώστε να διευκολύνουν το έργο της Επιτροπής και να συνάδουν με τις σύγχρονες εξελίξεις.
Κι αυτό, γιατί η ισχύουσα νομοθεσία περιορίζει σε κάποιες περιπτώσεις και τη διακριτική εξουσία που έχει η Επιτροπή, με αποτέλεσμα να είναι υποχρεωμένη να λαμβάνει αποφάσεις, οι οποίες σε κάποιες περιπτώσεις δεν εξυπηρετούν εκπαιδευτικές ανάγκες, αλλά απλώς συνάδουν με το πνεύμα και το γράμμα της νομοθεσίας.
Για παράδειγμα, η αναγκαιότητα της σταθερότητας του διδακτικού προσωπικού στα δημόσια σχολεία μας, παρά το γεγονός ότι αποτελεί βασικό στόχο της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, δεν μπορεί να διασφαλιστεί με τους ισχύοντες κανονισμούς μεταθέσεων, η πιστή εφαρμογή των οποίων έχει ως αποτέλεσμα ένας υπερβολικά μεγάλος αριθμός εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης να αλλάζουν σχολείο πριν από της έναρξη της σχολικής χρονιάς, λόγω μετάθεσης ή μετακίνησης.
Το ίδιο ισχύει και για τους Διευθυντές ειδικά στη Μέση εκπαίδευση, οι οποίοι, αντί να παραμένουν στα σχολεία τους για μια τουλάχιστον πενταετία, ώστε να μπορούν να επιτελέσουν έργο και να αφήσουν τη σφραγίδα τους στο σχολείο όπου υπηρετούν, μετατίθενται από την ΕΕΥ, λόγω της νομοθεσίας είτε για να υπηρετήσουν στην ύπαιθρο είτε για προσωπικούς λόγους.
Τα προβλήματα που αφορούν στον ρόλο και το έργο της ΕΕΥ προκύπτουν επίσης και εξαιτίας του συστήματος διορισμών, το οποίο -ευτυχώς- αλλάζει σταδιακά και εκσυγχρονίζεται μετά την πρόσφατη έγκριση της νέας νομοθεσίας που καταργεί τον κατάλογο διοριστέων σε βάθος χρόνου, όπως επίσης και λόγω του αναχρονιστικού και ισοπεδωτικού συστήματος αξιολόγησης και ανέλιξης των εκπαιδευτικών.
Το νέο σχέδιο αξιολόγησης και ανέλιξης των εκπαιδευτικών, το οποίο συζητείται εδώ και πολλά χρόνια, θα πρέπει, χωρίς χρονοτριβή, να συμφωνηθεί και να θεσμοθετηθεί, για να απελευθερωθεί και η ΕΕΥ από πρόνοιες και διατάξεις, η εφαρμογή των οποίων προκαλεί σε αρκετές περιπτώσεις αντιδράσεις από τους εκπαιδευτικούς αλλά και μεγάλο αριθμό προσφυγών στη δικαιοσύνη.
Η διασφάλιση της αξιοκρατίας, της σταθερότητας του διδακτικού προσωπικού και της ανέλιξης των αρίστων και των πιο ικανών σε διευθυντικές θέσεις αποτελεί αίτημα όλων των εκπαιδευτικών αλλά και επιβεβλημένη αναγκαιότητα, αν θέλουμε να βελτιώσουμε και να εκσυγχρονίσουμε στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό την οργάνωση, τη λειτουργία και την αποτελεσματικότητα του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Επιβάλλεται επίσης να υπάρξει μια νέα πνοή και ένα πνεύμα ανανέωσης στον τρόπο λειτουργίας της ΕΕΥ, η οποία θα πρέπει να έχει και την ανάλογη σύνθεση, ώστε να μπορεί να παίρνει τον παλμό των σχολείων και των εκπαιδευτικών αναγκών.
Επιβάλλεται, με άλλα λόγια, η αλλαγή στην όλη φιλοσοφία της λειτουργίας της, στην εικόνα και στην αποστολή της, η οποία μπορεί να επέλθει μέσω του εκσυγχρονισμού της νομοθεσίας από τη μια, αλλά και με την ορθολογιστική σύνθεσή της, με άτομα που κατέχουν τα προσόντα και έχουν τις αναγκαίες γνώσεις και εμπειρίες για τη λειτουργία των σχολείων και τις σύγχρονες αρχές της εκπαιδευτικής διοίκησης.
Η ανανέωση της ΕΕΥ, που αναμένεται αυτές τις μέρες, λόγω της λήξης της θητείας των σημερινών μελών, αποτελεί μια πρόκληση αλλά και μια ευκαιρία για τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας να στείλει το μήνυμα του εκσυγχρονισμού, της προοπτικής για μια νέα πνοή με τον διορισμό και νέων, ικανών και προσοντούχων ατόμων, με καθολική αποδοχή και καταξίωση, τόσο από τους εκπαιδευτικούς όσο και από την ευρύτερη κοινωνία των πολιτών.




