Η υπό εξέλιξη προσπάθεια για συμφωνημένη λύση στο Κυπριακό θα ολοκληρωθεί, με επιτυχία ή αποτυχία, προτού η νέα κυβέρνηση των ΗΠΑ αναλάβει καθήκοντα και, εν πάση περιπτώσει, προτού καταστεί σε θέση να ασχοληθεί με την Κύπρο. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που οι αναλύσεις περί πιθανού επηρεασμού, σε αυτήν τη φάση του Κυπριακού, λόγω του εκλογικού αποτελέσματος στις ΗΠΑ είναι αβάσιμες.

Ο βαθύπλουτος επιχειρηματίας ανάπτυξης γης Ντόναλντ Τραμπ θα είναι από τις 20 Ιανουαρίου 2017 ο πρώτος Πρόεδρος των ΗΠΑ χωρίς προηγούμενες θητείες σε δημόσια αξιώματα ή στη στρατιωτική ιεραρχία της χώρας. Ανακοίνωσε την υποψηφιότητά του για το προεδρικό χρίσμα του Ρεπουμπλικανικού κόμματος τον Ιούνιο 2015 και μέσα από την ανοικτή προκριματική διαδικασία, διάρκειας 11 μηνών, κατάφερε να επικρατήσει επί των 16 ανθυποψηφίων του.

Η προκριματική διαδικασία περιελάμβανε εκστρατεία σε όλη την επικράτεια της χώρας με ψηφοφορίες, τοπικές συνελεύσεις, συνεδρίες αξιωματούχων και δημόσια debates. Ακόμα και μετά την επικράτησή του στις προκριματικές, δεκάδες επιφανείς ρεπουμπλικάνοι αξιωματούχοι, περιλαμβανομένων του πρώην Προέδρου Bush, μελών του Κογκρέσου, πρώην Υπουργών και Κυβερνητών Πολιτειών επέμειναν να δημοσιοποιούν την αντίθεσή τους προς την υποψηφιότητα Trump, προκαλώντας κλυδωνισμούς τόσο εντός του ιστορικού κόμματος όσο και στην προεκλογική προσπάθεια του Τραμπ.

Στην προεδρική προεκλογική εκστρατεία ο Τραμπ βρήκε απέναντι την -έτοιμη από καιρό- Χίλαρι Κλίντον, πρώην Υπουργό Εξωτερικών, πρώην γερουσιαστή και πρώην Πρώτη Κυρία. Με προϋπολογισμό εκστρατείας γύρω στο 60% της αντιπάλου του, γεγονός που αποτύπωνε και την ισχυρή προτίμηση των εταιρικών χορηγών, και κόντρα στις προβλέψεις της συντριπτικής πλειοψηφίας των ερευνών κοινής γνώμης τελικά επικράτησε.

Η αποτυχία των ερευνών να εντοπίσουν την κυριαρχία Τραμπ, πέραν των όποιων πιθανών μεθοδολογικών αδυναμιών, αποδίδεται και στο πολιτικό bullying που υπέστησαν μεγάλα τμήματα των ψηφοφόρων του Τραμπ.

Ο καθημερινός χαρακτηρισμός του ως ρατσιστή, μισαλλόδοξου, μισογύνη, επικίνδυνου από αρθογράφους, ακαδημαϊκούς, δημοσιογράφους, πολιτικούς, καλλιτέχνες, φαίνεται ότι οδήγησε υποστηρικτές του στην απόκρυψη της πρόθεσης ψήφου ως μέσο προστασίας από την πιθανή απόδοση ανάλογων χαρακτηρισμών στους ίδιους προσωπικά. Τα περισσότερα εθνικά τηλεοπτικά δίκτυα τοποθετήθηκαν ξεκάθαρα εναντίον του, στάση που υιοθέτησαν και τα μεγάλα ευρωπαϊκά δίκτυα, τα οποία συνέβαλαν και στη δημιουργία ανάλογου κλίματος ανάμεσα σε εθνικά κανάλια στην Ευρώπη.

Εκ του αποτελέσματος, φαίνεται ότι ο παρορμητισμός σε βαθμό προχειρότητας και ο ερασιτεχνισμός στην πολιτική διαχείριση όχι μόνο δεν λειτούργησαν εις βάρος του αλλά τον βοήθησαν να πείσει σημαντικό κομμάτι του εκλογικού σώματος ότι ενσαρκώνει εκείνο που πολλοί Αμερικανοί πολίτες επιζητούσαν: ένα ισχυρό χαστούκι στο πολιτικό κατεστημένο. Έτσι, κέρδισε όλες ανεξαιρέτως της παραδοσιακά ρεπουμπλικανικές πολιτείες και πήρε τις περισσότερες από τις πολιτείες που συνήθως ταλαντεύονται (swing states) αλλά καθορίζουν το συνολικό αποτέλεσμα.

Σύμφωνα με τα exit polls, ο Τραμπ υστέρησε αλλά δεν καταποντίστηκε στις ομάδες των γυναικών και των ισπανόφωνων ψηφοφόρων, έχασε ανάμεσα στους νέους αλλά παρουσιάστηκε ισχυρός ανάμεσα στους ηλικιωμένους - γεγονός που του έδωσε την εξαιρετικά κρίσιμη πολιτεία της Φλόριντα (με μεγάλο ποσοστό συνταξιούχων κατοίκων) και θριάμβευσε στη μάχη για τη λευκή ψήφο της εργατικής τάξης, η οποία αποτελεί τη μεγαλύτερη δημογραφική ομάδα της χώρας.

Εκλέγηκε ως ο 45ος Πρόεδρος των ΗΠΑ και είναι ο 19ος προερχόμενος από το GOP*, ένα κόμμα με τεράστια ιστορία, βαριά πολιτική κληρονομιά και εκ των βασικών διαμορφωτών της ιδεολογικής, κοινωνικής, πολιτικής διαδρομής της μεγάλης αυτής χώρας. Ένας πολιτικός οργανισμός που ιδρύθηκε το 1854 με πρωταγωνιστές τους πρωτοπόρους ακτιβιστές κατά της δουλείας, που εξέλεξε δικό του Πρόεδρο για πρώτη φορά (1861) τον εμβληματικό Λίνκολν.

*Grand Old Party (και παλαιότερα Gallant Old Party) είναι η ονομασία του Ρεπουμπλικανικού κόμματος των ΗΠΑ στην καθομιλουμένη.