Είναι ολοφάνερο ότι πολλοί στην Κύπρο έχουν απολέσει τα κριτήρια του ρεαλισμού και του ορθολογισμού ως προς τη λύση του Κυπριακού. Αρκεί μια σύντομη περιήγηση στα λεγόμενα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή στον Τύπο, για να το ψηλαφήσει κάποιος. Η αυτονόητη επιθυμία για λύση σε συνδυασμό με την αυξανόμενη τουρκική πίεση έχουν σταδιακά μετατρέψει, μέσα από εκλογικεύσεις και άλματα λογικής, αυτή την επιθυμία σε «λαγνεία».
Η λαγνεία ανδρανοποιεί τη λογική και τον ορθολογισμό και μπροστά στην ανάγκη για ικανοποίησή της o «λάγνος» είναι έτοιμος να ρισκάρει τα πάντα, να τα «παίξει» όλα για όλα. Γι' αυτό και τα προβαλλόμενα «επιχειρήματα» αυτών των ανθρώπων είναι απολίτικα και ανιστορικά.
Έχουν μετατρέψει το ζήτημα σε πρόβλημα προσωπικής συμπεριφοράς, μιλώντας αόριστα για «αλληλοκατανόηση», «αγάπη» κ.ά. Παραγνωρίζουν μια σειρά κορυφαίων πραγματιστικών δεδομένων, και με έναν θολό συναισθηματισμό απλοποιούν τις παραμέτρους του προβλήματος, κατασκευάζοντας φαντασιακές εικόνες και προοπτικές ως προς το μέλλον μιας «επανενωμένης Κύπρου».
Επικαλούνται κατά τρόπον ανιστορικό την πρόσφατη ιστορία, για να μας πουν πόσα λάθη κάναμε στο παρελθόν και να μας νουθετήσουν πως δεν πρέπει να τα επαναλάβουμε. Το συμπέρασμα είναι πως η έμπρακτη αναγνώριση και η μη επανάληψή τους πρέπει να οδηγήσει στην αποδοχή κυριολεκτικά της «όποιας λύσης».
Πολλοί από τους «λυσιλάγνους», όταν ξεκινούσε ο παρών κύκλος των διαπραγματεύσεων, διακήρυσσαν ότι θα έπρεπε να περιμένουμε την κατάληξή τους και να κρίνουμε το περιεχόμενο της λύσης από το τελικό της περιεχόμενο. Και ότι, ακόμα, η λύση, για να γίνει αποδεκτή, θα πρέπει να βελτιώνει σημαντικά το σχέδιο Ανάν, διαφορετικά θα απορριπτόταν. Τώρα είναι εξόφθαλμο ότι ψεύδονταν, αφού όχι μόνο το ερχόμενο «σχέδιο» δεν θα είναι καλύτερο από εκείνο του 2004, αλλά χειρότερο.
Πολλοί διερωτώνται πώς προέκυψε όλη αυτή η «τύφλωση» τόσων συμπολιτών μας. Μερικοί αποφαίνονται ότι όσοι πρωτοστατούν σε αυτή τη «λυσιλαγνεία» τα «παίρνουν» και ότι είναι «προδότες». Διαφωνώ, χωρίς να σημαίνει ότι και κάποιοι δεν τα «πήραν», κυρίως κατά την περίοδο του 2002-04.
Το πρόβλημα είναι πολύ πιο βαθύ και σύνθετο απ’ όσο φαντάζονται πολλοί, και έχει να κάνει με τα αποτελέσματα του «συνδρόμου της ήττας» του 1974. Η συντριπτική ήττα του ’74 και το «αναποδογύρισμα» της Κύπρου, η διαρκής αίσθηση αδιεξόδου και η αδυναμία ανατροπής της κατοχής και των τετελεσμένων της, η συνεχής απομείωση της ισχύος του Ελληνισμού και η αύξηση της αντίστοιχης τουρκικής, λειτούργησαν προς την κατεύθυνση της ηττοπάθειας και της παθητικότητας.
Το αποτέλεσμα ήταν οι συνεχείς εκλογικεύσεις και νομιμοποιήσεις υποχωρήσεων, που πριν από λίγα χρόνια ήταν αδιανόητες. Τα πιο πάνω, οδηγημένα στα άκρα, με πρωταγωνιστές τον ΔΗΣΥ και το ΑΚΕΛ, μας έδωσαν τη σημερινή περιρρέουσα «λυσιλαγνεία».
Η ημιμάθεια και το κόμπλεξ κατωτερότητας έναντι των ξένων, η προπαγάνδα από ξένα κέντρα και ο συνεχής πατριωτικός αποφρονηματισμός συνέπλευσαν και συνεπικούρησαν με όλη αυτήν την κατάσταση. Θα ανατριχιάσει κάποιος ως προς το πώς παρουσιάζουν το Κυπριακό σε ξένους πολιτικούς ο Αβέρωφ και ο Άντρος -πρόσωπα- σύμβολα της παρακμής μας.
Οι «λυσιλάγνοι» δεν ορρωδούν προ ουδενός. Δεν προβληματίζονται που η συντριπτική πλειοψηφία του λαού δεν θέλουν τέτοιο σχέδιο, ότι αυτό δεν θα έχει νομιμοποίηση. Δεν συζητούν το ενδεχόμενο της κατάρρευσης της λύσης και το πού μπορεί να οδηγηθούμε, αδιαφορούν για την κατάργηση του κυπριακού κράτους κ.ά. Είναι διατεθειμένοι να παίξουν το μέλλον της Κύπρου κορώνα-γράμματα όπως ένας χαρτοπαίκτης, που φτάνει στο έσχατο σημείο και είναι έτοιμος να «παίξει» και το ίδιο του σπίτι.
Αν τελικά επιβληθεί η σχεδιαζόμενη λύση, δύο πράγματα θα συμβούν. Ή θα καταρρεύσει, και αν είμαστε τυχεροί θα αναγνωριστούν δύο κράτη. Ή η λύση θα κρατηθεί «ζωντανή» με καταναγκασμό, όπως στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, οπόταν η τουρκική επιρροή και διείσδυση θα επεκτείνεται ραγδαία και στην «ελληνοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία», ενώ η ελληνική παρουσία και ισχύς θα αδρανοποιείται και θα απομειώνεται συνεχώς, μέχρι και την τελική της εξαφάνιση.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
Πολιτικός Επιστήμονας - Ιστορικός, Κοινοβουλευτικός συνεργάτης Κ.Σ. ΕΔΕΚ




