Οι ιστορικές πια επιδείξεις και οι διακρίσεις σε τοπικούς και πανελλήνιους αγώνες θα φανούν αργότερα

Νιότη χρυσή, ζωντάνια και δροσιά, καρδιές γερές, ματιές στραφτοπετούσες, έλεγε ο ύμνος μας πως είχαμε, εμείς του Λυκείου τα παιδιά κι οι κόρες οι πανέμνοστες, τότε. Τώρα; Μπροστά σ’ όσα βλέπουμε στα σχολεία, μ’ ό,τι έχει ξεφύγει απ’ τα αδηφάγα σαγόνια του χρόνου σεργιανάμε τη νιότη μας στα αθώα και δύσκολα εκείνα χρόνια.
Παρκάρουμε στο ποδηλατοστάσιο το ποδήλατο, όσοι τυχεροί το ’χουμε. Τρεχάλα τα σκαλιά στο ψηλό γκρίζο κτήριο με τα μεγάλα πράσινα παράθυρα: Ανώτερον Εμπορικόν Λύκειον Λευκωσίας. Στη μικρή αυλή ένα κυπαρίσσι και μια νεραντζούλα φουντωτή συνταιριασμένα διδάσκουν συντροφικότητα και αλληλοσυμπλήρωμα σε χρόνους ανύποπτους. Κυριάκος και Έλση Νεοκλέους.

Από δίπλα ένας πλάτανος των γραμμάτων, Άντη Περνάρη τον λένε, διακονεί τη γλώσσα, μεταλαμπαδεύει την αγάπη για τα γράμματα. Η κυρία Παλάσκα σ’ αρπάει απ’ το τσουλούφι: «το μπερέ ν’ ακουμπάει στο φρύδι, όχι πιο πάνω». Τι βάσανο ο τεράστιος άσπρος γιακάς με τις τρεις σειρές μπλε σιρίτι, άψογα κολλαρισμένος, με τον μεγάλο φιόγκο και το σήμα. Πειθαρχία και ευπρέπεια το ζητούμενο κι ας ήταν μανταρισμένα τα κοντά καλτσάκια που άφηναν τα γυμνά πόδια να ξυλιάζουν στο κρύο (δεν είχε ακόμα εφευρεθεί το καλτσόν).

Ο Γιάννης Μακρυγιάννης κουβαλάει ένα πακέτο ανορθόγραφες εκθέσεις υπό μάλης. Ο Κώστας Χόππης μαλώνει τ’ ατίθασα αγόρια: «Να 'στε κύριοι, βρε βόδια!». Ο Χρίστος Αρτεμίου με το ψεύτικα δεμένο φρύδι, μην του πάρουν τον αέρα, διδάσκει πέρα απ’ τα μαθηματικά και στάση ζωής. Σάλτο τώρα στην πάνω αίθουσα. Ο Λέανδρος Σίταρος, ζωσμένος το ακορντεόν, τραβάει τα μαλλιά του απ’ τις παραφωνίες, πετάει τις παρτιτούρες. Πάμε να φύγουμε. Απέναντι, στο «τζιρρίττιν» ο Αντώνης Παγούρας και ο Πέτρος Ηλία λαχανιάζουν να μας πείσουν να γυμναστούμε. Οι ιστορικές πια επιδείξεις και οι διακρίσεις σε τοπικούς και πανελλήνιους αγώνες θα φανούν αργότερα. Πίσω πάλι. Η δεσποινίς Χαρικλείδου επιμένει:

«Ακουμπάτε τον πήχυ» ντε και καλά να μας μάθει καλλιγραφία. «Ο γραφικός χαρακτήρας είναι η ταυτότητα του ανθρώπου», μας λέει κι εμείς να γελάμε. Η Τατιάνα Γρίβα λεπτή, ευγενική με την κοιλιά στο στόμα και το «μπονζιούρ ανφάν» μάς θέλει γαλλομαθείς. Ο Ματθίας Καηλίδης ψάχνει τα κιτάπια του της λογιστικής. Ο κύριος Θεοδόσης καρδιοχτυπά να μαζεύει τα δίδακτρα. Η κυρία Αλεξάνδρα στηριγμένη στη σκούπα της γίνεται φιλενάδα και μάνα για εκείνα τα παιδιά που πρωτόβγαιναν από τα σπίτια τους.

Κι επειδή «ουκ επ άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος» ο Κυριάκος Νεοκλέους ψάχνει για ό,τι εκτός από γνώσεις δίνει καλλιέργεια και διέξοδο στη νεανική ορμή. Μπαλέτο, ελληνικοί χοροί (να και το πρώτο μαγνητόφωνο), θεατρικός όμιλος (ο Θάνος Σακέτας και η Ντορίτα θεμελιώνουν το φυτώριο, από δω θα ξεπεταχτούν για την Αθήνα οι πρώτοι επαγγελματίες ηθοποιοί). Οι παραστάσεις αρχαίας τραγωδίας ιστορικές. Φιλαρμονική, χορωδίες, παρελάσεις, ανθεστήρια, επισκέψεις σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους, διήμερες και τριήμερες εκδρομές, ταξίδια με αεροπλάνο για όσους μπορούσαν, όλοι μαζί σε μια εποχή που ήθελε «χώρια τα πρόβατα από τα ερίφια».

Κι όλα αυτά ανάμεσα στα πιο θερμά εγκώμια και τις πιο λυσσαλέες επιθέσεις. Εθνικό άθλημα γαρ ο φθόνος! Την αγάπη του καταγράφει ο φωτισμένος δάσκαλος με την άπταιστη καθαρεύουσα της εποχής. «Στόχος η δημιουργία σχολικής ατμόσφαιρας, η οποία να κρούει τας ευαισθήτους χορδάς των νέων εις τόνον υψηλόν και να εξωθεί ούτους εις σκέψεις ευγενείς και πράξεις γενναίας».

Ολόρθος ο Κυριάκος Νεοκλέους κυνηγά την τεχνολογία, συμπορεύεται στα ενενήντα τρία του χρόνια με την εποχή, γράφει, επικοινωνεί, θυμάται τα παιδιά του με τα ονόματά τους. Ναι, ύστερα από έξι-εφτά δεκαετίες. Κι εμείς θυμόμαστε εκείνους που μας φώτισαν μέσα στις τόσες δυσκολίες, και αφιερώνουμε τις γραμμές αυτές στον σημερινό εκπαιδευτικό, που μέσα σε μια διασαλεμένη ισορροπία των πάντων, μέσα στον κυκεώνα της πολυπολιτισμικής εποχής, μέσα σε μια βία πρωτόγνωρη, εξοστρακισμένος σχεδόν, ψάχνει τον ρόλο του: να διαμορφώσει με τη στάση του συνειδήσεις, να ζυμώσει το υλικό που φτιάχνει ψυχές.