Σε μια ιδιαίτερα σημαντικής νομικής αλλά και πολιτικής αξίας απόφαση, το Αγγλικό Ανώτερο Δικαστήριο αποφάσισε στις 3 Νοεμβρίου, κατόπιν αιτήματος ομάδας πολιτών που αντιτίθενται στην έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ότι η εκτελεστική εξουσία δεν μπορεί να επικαλεστεί το Άρθρο 50 της Συνθήκης της Λισσαβώνας, χωρίς πρώτα η απόφαση αυτή να περάσει από το Βρετανικό Κοινοβούλιο.

Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου πραγματοποιήθηκε στην παρουσία των πιο διακεκριμένων νομικών του Ηνωμένου Βασιλείου και αποτελεί χαστούκι στην κυβέρνηση της Πρωθυπουργού Τερέζα Μέι, που έχει ήδη υποσχεθεί να επικαλεστεί το Άρθρο 50 της Συνθήκης τον Μάρτιο του 2017. Υπό το πρίσμα της απόφασης του Ανώτερου Δικαστηρίου κατά της παράκαμψης του Βρετανικού Κοινοβουλίου, πρέπει να θεωρείται δεδομένη η έφεση κατά της απόφασης στο Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου από πλευράς της κυβέρνησης.

Σύμφωνα με την απόφαση του Ανώτερου Δικαστηρίου, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δεν μπορεί από μόνη της να ξεκινήσει τη διαδικασία που προβλέπει το Άρθρο 50 της Συνθήκης της Λισσαβώνας για έξοδο της χώρας από την Ε.Ε. χωρίς την έγκριση του Βρετανικού Κοινοβουλίου. Η απόφαση εκδόθηκε από δυο από τους πιο υψηλόβαθμους Δικαστές του Ηνωμένου Βασιλείου, τον Lord Chief Justice Lord Thomas και τον Master of the Rolls Sir Terence Etherton και τον Δικαστή Lord Justice Sales.

Το αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος κατέδειξε βαθιές διαιρέσεις στις τάξεις του βρετανικού λαού, με το 52% να ψηφίζει υπέρ της εξόδου της χώρας από την Ε.Ε. και το 48% κατά της εξόδου. Η απόφαση για Brexit δημιούργησε ουσιαστικά μια ευρωπαϊκή κρίση, αφού αποτελεί την πρώτη απόφαση για έξοδο από την Ένωση που πάρθηκε μάλιστα σε μια περίοδο ευρύτερης κρίσης των ευρωπαϊκών αξιών και γενικότερης απογοήτευσης των Ευρωπαίων πολιτών σε σχέση με τη λειτουργία και τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της Ε.Ε.

Οι επιπτώσεις που έχει η απόφαση είναι ιδιαίτερα σημαντικές και αφορούν διάφορα επίπεδα. Πρώτον, εάν το Ανώτατο Δικαστήριο αποφασίσει τον Δεκέμβριο ή τον Ιανουάριο ότι η απόφαση του Ανώτερου Δικαστηρίου είναι λανθασμένη, θα είναι ίσως πιο δύσκολο να γίνει η επίκληση του Άρθρου 50 τον Μάρτιο του 2017, όπως επιθυμεί η βρετανική κυβέρνηση, αφού θα υπάρξει καθυστέρηση υλοποίησης της δέσμευσης της Τερέζα Μέι για πρακτικούς λόγους.

Δεύτερον, εάν το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώσει την απόφαση του Ανώτερου Δικαστηρίου, τότε το βρετανικό Κοινοβούλιο θα κληθεί να επικυρώσει ή να απορρίψει ουσιαστικά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Λαμβάνοντας υπόψη τις αντιδράσεις που ακολούθησαν της απόφασης για έξοδο από την Ε.Ε., το σενάριο οι βουλευτές του Ηνωμένου Βασιλείου να μη δώσουν την έγκρισή τους για ενεργοποίηση του Άρθρου 50 της Συνθήκης της Λισσαβώνας δεν φαντάζει απίθανο ή απομακρυσμένο και σε αυτήν την περίπτωση θα έχουμε ενώπιόν μας μια πραγματική συνταγματική κρίση στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Εν αναμονή της τελεσίδικης απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου, το μέλλον της εξόδου της χώρας από την Ε.Ε. παραμένει τουλάχιστον θολό και οι επιπλοκές που δημιουργούνται εκτροχιάζουν την όλη διαδικασία και συντηρούν την αβεβαιότητα που επικρατεί.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ
Λέκτορας Νομικής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, LL.B Law (Bristol), Ph.D in Law - International Law and Human Rights (Kent), Διευθυντής Μονάδας Νομικής Κλινικής Πανεπιστημίου Λευκωσίας