Η αξιοποίηση της Συμφωνίας 3ης Βιέννης 1975 στις συνομιλίες για επίλυση του Κυπριακού
Στο πλαίσιο βιώσιμης λύσης του Κυπριακού, η κατανομή των ακτών ανάμεσα στα δύο «συστατικά κράτη» θα είναι δικαιότερη, μόνο εάν η Καρπασία τεθεί υπό τη δικαιοδοσία της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης
Όπως είναι γνωστό, πριν από 41 χρόνια, στις 2 Αυγούστου 1975, επιτεύχθηκε στην αυστριακή πρωτεύουσα συμφωνία, που έγινε γνωστή ως 3η Βιέννης, μεταξύ των συνομιλητών Γλαύκου Κληρίδη και Ραούφ Ντενκτάς. Οι συνομιλίες τελούσαν υπό την αιγίδα του τότε Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών κ. Κουρτ Βάλντχαϊμ. Η συμφωνία αυτή αποσκοπούσε στην εξασφάλιση όλων των απαραίτητων προϋποθέσεων, έτσι που να καθίσταται δυνατή η μακρόχρονη παραμονή των Ελληνοκυπρίων και των Μαρωνιτών στα χωριά και τις περιουσίες τους. Προνοούσε την επανασύνδεση των οικογενειών και κατοχύρωνε την ελεύθερη διακίνηση, την απρόσκοπτη συνέχιση της εκπαίδευσης Δημοτικής και Μέσης, διευθετήσεις για την άσκηση θρησκευτικών καθηκόντων, την ελεύθερη παροχή ιατρικής περίθαλψης από Ελληνοκύπριους γιατρούς, το αναφαίρετο δικαίωμα της εργασίας και της ιδιοκτησίας και άλλα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες.
Κατά την περίοδο Ιουλίου - Αυγούστου 1975 ζούσαν στα κατεχόμενα εδάφη γύρω στους 12.500 Έλληνες και Μαρωνίτες. Η μεγάλη πλειοψηφία ζούσε στη χερσόνησο Καρπασίας. Έκτοτε, το κατοχικό καθεστώς διενήργησε μια προγραμματισμένη εκστρατεία διωγμών και τρομοκρατίας, ώστε σήμερα να έχουν απομείνει γύρω στα 400 άτομα στην Καρπασία και στα Μαρωνίτικα χωριά. Οι εγκλωβισμένοι παρέμειναν στη γη τους γιατί ήλπιζαν να ελευθερωθεί η Καρπασία και τα Μαρωνίτικα χωριά, ώστε να μπορέσουν να ζήσουν ελεύθεροι μαζί με τους υπόλοιπους πρόσφυγες που θα επέστρεφαν. Αυτός είναι και ο μοναδικός λόγος της παραμονής τους κάτω από τουρκική κατοχή. Κανένας δεν έχει το δικαίωμα να τους εγκαταλείψει. Οι θυσίες τους πρέπει να δικαιωθούν. Αξίζει εδώ να αναφερθεί ότι, πριν από την τουρκική εισβολή και κατοχή, παρόλο που το ελληνικό στοιχείο κυριαρχούσε στην Καρπασία, οι σχέσεις Ελληνοκυπρίων - Τουρκοκυπρίων ήταν πάντα αρμονικές, φιλικές και αδελφικές.
Ως εκ τούτου η Συμφωνία της 3ης Βιέννης, η οποία είναι η πρώτη που επιτεύχθηκε μεταξύ των δύο πλευρών, θα πρέπει να αποτελέσει μέρος των επικείμενων συνομιλιών στην Ελβετία όταν θα συζητηθεί το εδαφικό. Είναι πολύ λυπηρό που μια τόσο σημαντική συμφωνία έχει παραμερισθεί από την ελληνοκυπριακή πλευρά. Είναι αδιανόητο και απαράδεκτο να συνεχισθεί η εγκατάλειψή της κατά τη στιγμή που επιδιώκεται η σύναψη τελικής συμφωνίας λύσης του Κυπριακού. Γι’ αυτό, λοιπόν, πρέπει η Χερσόνησος της Καρπασίας και τα Μαρωνίτικα χωριά να υπαχθούν υπό τη δικαιοδοσία της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης, ώστε να μπορέσουν μεγάλος αριθμός προσφύγων να επιστρέψουν στα σπίτια και στις περιουσίες τους.
Στο πλαίσιο βιώσιμης λύσης του Κυπριακού, η κατανομή των ακτών ανάμεσα στα δύο «συστατικά κράτη» θα είναι δικαιότερη, μόνο εάν η Καρπασία τεθεί υπό τη δικαιοδοσία της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης. Αυτό θα βοηθούσε να μειωθούν δραστικά οι κατεχόμενες ακτογραμμές (54%). Όπως φαίνεται από τη γεωμορφολογία της Χερσονήσου σε μικρό ποσοστό εδάφους, περίπου 6%, αντιστοιχεί πολλαπλάσιο μήκος ακτών, περίπου 25%.
Τελειώνοντας, εύχομαι στους διαπραγματευτές καλή επιτυχία στο δύσκολο έργο που έχουν να επιτελέσουν. Γνώμονάς τους θα πρέπει να είναι μια κοινή ευρωπαϊκή πατρίδα, χωρίς κατοχικά στρατεύματα, χωρίς ξένες εγγυήσεις, χωρίς εποίκους, χωρίς διαχωριστικές γραμμές και φυλετικές διακρίσεις, με κατοχυρωμένα τα ανθρώπινα δικαιώματα όλων των Κυπρίων πολιτών.
Οποιαδήποτε πολιτική διευθέτηση του κυπριακού προβλήματος και εάν επιτευχθεί, για να είναι λειτουργική, και να έχει διάρκεια, θα πρέπει να βασίζεται στις αρχές του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση του 1950 για την προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και θεμελιωδών Ελευθεριών και στο ευρωπαϊκό κεκτημένο. Λύση, η οποία δεν θα προνοεί τα προαναφερθέντα, θα είναι θνησιγενής και θα επιφέρει χειρότερα δεινά για όλους τους Κυπρίους.




