(Αυθαιρετώντας στον απόηχο μιας καθ’ όλα νόμιμης διαμάχης-Ένας διάλογος ανάμεσα στην Αντιγόνη και την αδελφή της Ισμήνη)

-Αντιγόνη: Το άκουσες, αδελφή Ισμήνη;
-Ισμήνη: Ποιο και τι, Αντιγόνη;
-ΑΝΤ.: Με σέρνουν στην Κύπρο τη θαλασσοφίλητη.
-ΙΣΜ: Κι εγώ, αδελφούλα μου, τι θα απογίνω; Μαζί σου πάρε με…

-ΑΝΤ.: Άκουσε πρώτα. Σε τόπους σκλαβωμένους με καλούν, όπου οι βάρβαροι δεν έστερξαν τα ιερά και φόνο στο φόνο έπνιξαν το νησί στο αίμα. Εκεί θέλουν να ιστορήσω την ανυπακοή μου στον τύραννο Κρέοντα, εγώ που τη φωνή ακούγοντας του νου και της καρδιάς, μα και τον υπέρτατο νόμο των θεών προσκυνώντας έθαψα τον αδερφό μας τον Ετεοκλή. Γιατί μαύρη κατάρα σ’ όποιον αφήνει άθαφτο συγγενή του. Οι ερινύες τού τρυπούν συκώτι και καρδιά, ώσπου να τον αποτελειώσουν. Εκεί, στης Αφροδίτης το νησί, ο Τεύκρος με σέβας στον χρησμό του Απόλλωνα και τις δικές του ενοχές ξεπλένοντας, έκτισε μιαν άλλη Σαλαμίνα. Στην πόλη τη λαμπρή, που τώρα βάρβαροι κατέχουν χρόνους πιότερο από σαράντα, μήτε ελληνική ακούγεται λαλιά μήτε κελάδημα πουλιών, παρεκτός βόγκος πνιχτός σε καταχνιάς μαυρίλα. Εκεί εμένα προσκαλούν, εκεί τα πάθη να ζωντανέψω. Μα πώς γίνεται λόγος λευτεριάς και αξιοσύνης ν’ ακουστεί σε τόπο τόσο ανίερα σκλαβωμένο; Είδες τα που έπαθα. Σε σπηλιά μ’ έριξε ο Κρέων κι εκεί το σώμα μου παράδωσα. Ανάερο πνεύμα τώρα σου μιλά, το ξέρεις.

-ΙΣΜ.: Το ξέρω, αδελφούλα μου. Μα στη ζήση τη δική μας μόνο νεκροί η μοίρα μας. Τ’ αδέλφια μας χαθήκανε από αδελφοκτόνο μίσος. Η μάνα μας με θηλιά σκοτώθηκε απ’ το δικό της χέρι κι ο Οιδίπους ο πατέρας μας μαζί και αδελφός μας, καθώς λένε χάθηκε το δρόμο του κάτω κόσμου ακλουθώντας. Ψυχές δυο τώρα απομείναμε. Στέρξε να μη ματαχαθούμε.

-ΑΝΤ.: Μοίρα μας ο θάνατος, καλά το είπες. Μα το κάλεσμα αρνούμαι. Σε τόπο ελληνικό που βάρβαρος εχθρός το χώμα του πατώντας, «ελάτε», γνέφει στους Έλληνες, «ελάτε να γευτείτε την αυριανή σας λευτεριά», λόγο εγώ δεν δέχομαι από τα σπλάχνα μου να βγάλω.

-ΙΣΜ.: Πόσο σε νιώθω, αδελφούλα μου. Μα αν κάποια άλλη Αντιγόνη σού πάρει τη φωνή κι εκεί στου Τεύκρου βρεθεί τα μέρη κι Έλληνες βρεθούν μαζί με τους βαρβάρους, άλλοι από λαχτάρα, άλλοι την αγνωμοσύνη ντύνοντας με φιλοπατρίας πέπλο, και κάποιοι σκύβοντας στις εντολές των δυνατών;

-ΑΝΤ.: Το σκέφτηκα, Ισμήνη μου, κι αυτό στο νου μου γυροφέρνει κι όλο φωνές ελληνικές του χρόνου τρυπώντας το φάσμα φτάνουν ίσαμ’ εμέ. Ένας Διονύσιος μού κλείνει το μάτι και λέει: «Στης Κύπρου την ολόμαυρη ράχη…» και πικρή φωνή από έναν Ύμνο του τρυπά μου τα μηνίγγια, λέγοντας πως «Αν μισούνται ανάμεσό τους δεν τους πρέπει ελευθεριά|». Κι ένας Σεφέρης συλλογιέται με πίκρα και λέει, «Για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη».

ΜΑΡΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ
Συγγραφέας, μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και του Κύκλου Ποιητών. Από το 1975 ζει στην Αθήνα, όπου και εργάζεται ως καθηγητής φιλόλογος