Τους κινδύνους τους φανερούς, ως γνήσιος πατριώτης, τους αναγνωρίζει και τους αντιμετωπίζει κατά πώς πρέπει. Με υψηλό φρόνιμα και αίσθηση ευθύνης
Δεν βγαίνει η βαρκούλα του ψαρά, αν και δεν θα ήτανε άσχημη ιδέα να γινόμασταν και εμείς, έτσι για αλλαγή, ψαράδες, να ρίξουμε και εμείς καμιά φορά τα δίκτυα και να πιάσουμε μια ψαριά καλή. Για την ώρα, άλλοι τα ρίχνουνε τα δίκτυα στα κατάδικά μας χωρικά ύδατα.
Βγαίνει, λοιπόν, η βαρκούλα η κακόμοιρη και προσπαθεί να φτάσει στην Ιθάκη της. Στο απάνεμο λιμάνι της απελευθέρωσης και της επανένωσης. Χρόνια κρατάει το ταξίδι της. Κάποιους τους αποκάλεσαν καλούς καραβοκύρηδες, κάποιοι τα κατάφεραν κουτσά-στραβά να επιβιώσουν και κάποιοι τα έκαναν μαντάρα.
Εννοείται πως όσους η βαρκούλα κουβαλά κοιτάζουν είτε μόνο δεξιά είτε μόνο αριστερά, κι έτσι έχουν μια παντελώς διαστρεβλωμένη εικόνα για τη διαδρομή. Άλλα βλέπουν οι μεν, άλλα οι δε. Αν και τελικά μάλλον κάπου το μπέρδεψαν το δεξιά με το αριστερά και βλέπουν τα ίδια και τα απαράλλακτα. Λιγάκι στο χρώμα διαφέρουν οι εικόνες, ίσως έχει να κάνει με τα pixels και την ευκρίνεια.
Κάποιοι που δεν βρήκαν θέση ούτε στα δεξιά της βαρκούλας, ούτε στα αριστερά και κατέληξαν στον ενδιάμεσο χώρο, πότε γέρνουν προς τη μια να κρατηθούν στα σκαμπανεβάσματα και πότε προς την άλλη. Δεξιά-αριστερά, αριστερά-δεξιά και ξανά απ’ την αρχή.
Κατά διαστήματα ο καραβοκύρης -της μισής βάρκας μόνο, γιατί η άλλη μισή τραβάει για άλλα λιμάνια κατά ανατολάς μεριά- βλέπει στεριά και χαίρεται. Βλέπει και φίλους αγαπημένους, Ευρωπαίους, που του κτυπάνε φιλικά τον ώμο. Πανηγυρίζει και ανεβαίνει το αίσθημα αισιοδοξίας του πως όλα θα πάνε καλά. Τόσους φίλους έχει στα λιμάνια τα διάφορα. Όλο και κάποιος θα τον στηρίξει και θα τον βοηθήσει να πιάσει το απάνεμο λιμάνι.
Εκείνο που αγνοεί ο τιμονιέρης είναι τα όσα στον δρόμο του θα συναντήσει.
Τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες, τον θυμωμένο Ποσειδώνα δεν τους φοβάται. Δεν τους κουβαλάει μαζί του. Η ψυχή του δεν τους στήνει εμπρός του. Το πνεύμα υψηλό και τα παλεύει όσα με τέρατα ομοιάζουν. Τους κινδύνους του φανερούς, ως γνήσιος πατριώτης, τους αναγνωρίζει και τους αντιμετωπίζει κατά πώς πρέπει.
Με υψηλό φρόνιμα και αίσθηση ευθύνης.
Εκείνο που τον τρομάζει ή θα έπρεπε να τον τρομάζει είναι οι Σειρήνες. Ο καμουφλαρισμένος κίνδυνος. Εκείνος που με τσαλίμια και θεϊκές μουσικές, σε δείπνα εξωτικά και απολαύσεις θα τον παρασύρει σε παγίδες που δεν φαίνονται, μιας και είναι στολισμένες με τα λουλούδια της ειρήνης, της φιλίας, της αποδοχής, της επανένωσης…
Πονηρά πλάσματα οι Σειρήνες. Σε αποπλανούν χωρίς να το καταλάβεις. Είσαι δεμένος καπετάνιο στο μεσιανό κατάρτι. Το ξέρω. Το βλέπω. Οικειοθελώς. Να αντέξεις θέλεις τον πειρασμό και ταυτόχρονα να έχεις, θέλεις, γνώση του κινδύνου.
Αλλά ο δεμένος στο κατάρτι καπετάνιος, με τ' αφτιά ανοικτά, υποτιμά τη μαγεία των Σειρήνων. Όσο πολυμήχανος και αν είναι, οι Σειρήνες είναι πάντα Σειρήνες. Ποιος τις Σειρήνες άκουσε και δεν ξεγελάστηκε;
Έκλεισε με κερί και τ' αφτιά των υπολοίπων και δεν ακούνε τίποτα… Έτσι δεν έχουνε και τίποτα να πούνε… Κοιτάζουν δεξιά-αριστερά, αριστερά-δεξιά… και φτου ξανά και απ’ την αρχή.
Εκείνο που ο πολυμήχανος δεν σκέφτηκε είναι πως τα σκοινιά που τον δένουν και θα έπρεπε να τον προστατεύουν γίνονται ολοένα και πια ασφυκτικά, σαν χρονοδιαγράμματα και εγγυήσεις. Τυλίγονται γύρω του και παίρνουν μορφές Τριμερούς, Πενταμερούς για να τον παγιδεύσουν.
Το τραγούδι της ειρήνης που τον μάγευε, όσο πλησιάζει στο λιμάνι με παιάνα πολέμου μοιάζει περισσότερο. Και όσο για το απάνεμο λιμάνι σε βράχια κοφτερά μεταμορφώνεται, με δίνες σκοτεινές και ρεύματα επικίνδυνα. Και το τραγούδι των Σειρήνων να δυναμώνει στ' αφτιά …
Αχ οι Σειρήνες… στ’ αλήθεια κανείς ποτέ δεν τις νίκησε.
ΕΛΕΝΑ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ
Εκπαιδευτικός, Μέλος Πολιτικού Γραφείου ΕΔΕΚ




