Ένα ερώτημα που αναζητεί απάντηση για τις συνεχιζόμενες διαπραγματεύσεις είναι κατά πόσον αποτελεί αντικείμενο συζήτησης το θέμα των εποίκων. Εν μέσω εντεινόμενων πληροφοριών ότι παραχωρούνται χιλιάδες λεγόμενες νέες υπηκοότητες από το παράνομο μόρφωμα των κατεχομένων και μάλιστα «κατά παραγγελίαν» του Ερντογάν. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας με τις τελευταίες του δηλώσεις προκάλεσε μεγάλη σύγχυση αλλά και αναταραχή στο εσωτερικό μέτωπο, ιδιαίτερα για τη μη αναφορά σε οποιοδήποτε αριθμό εποίκων που θα αποχωρήσουν με τη λύση.

Είναι γνωστό ότι κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων Χριστόφια - Ταλάτ υπήρξε άρνηση της τ/κ πλευράς να συμφωνήσει σε σύσταση ομάδας εργασίας για το θέμα των εποίκων. Μάλιστα ο τότε Τ/κ ηγέτης είχε δηλώσει ότι δεν υπάρχουν έποικοι στην Κύπρο και ότι «έχουν κυπροποιηθεί».

Στις παρούσες διαπραγματεύσεις το θέμα των εποίκων φαίνεται επίσης να έχει περιθωριοποιηθεί, ως μη υπάρχον. Η μόνη αναφορά που γίνεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας είναι ότι υπήρξε συμφωνία για πληθυσμιακή αναλογία 4:1 Ελλήνων και Τούρκων μετά τη λύση ή ότι επαναβεβαιώθηκε παρόμοια συμφωνία, που συνομολογήθηκε κατά τις διαπραγματεύσεις Χριστόφια - Ταλάτ. Συμφωνία που εγείρει, βέβαια, πολλά ερωτηματικά και δεν απαντά στο θεμελιώδες ερώτημα αν θα απομακρυνθούν στο πλαίσιο της λύσης και πόσοι έποικοι.

Ωστόσο, το θέμα του εποικισμού έχει τεράστιες διαστάσεις και θα έπρεπε να βρίσκεται συνεχώς στο προσκήνιο, να αποτελεί αντικείμενο προβολής του σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο, ως τεκμηριωμένη προσπάθεια δημογραφικής αλλοίωσης του πληθυσμού. Ακόμα και οι πολυσήμαντες εκθέσεις Κουκώ και Λάκσον στην Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης αφέθηκαν ασυγχώρητα αναξιοποίητες. Το θέμα του εποικισμού, ως πρακτική αλλοίωσης του δημογραφικού χαρακτήρα των κατεχόμενων εδαφών, έχει αντιμετωπιστεί από τη Διεθνή Κοινότητα κατά τρόπο σαφή και μη επιδεχόμενο οιασδήποτε δόλιας διαστροφής.

Η σύμβαση της Γενεύης του 1949 καθόρισε ως έγκλημα πολέμου τη μεταφορά πληθυσμού σε στρατιωτικά κατεχόμενα εδάφη από την κατέχουσα δύναμη. Καμιά λοιπόν παραμόρφωση της αλήθειας, καμιά διαστροφή της πραγματικότητας, καμιά στρεψόδικος συμπεριφορά δεν είναι δυνατό να συσκοτίσουν την αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα. Που κραυγάζει ότι η μεταφορά Τούρκων από την Τουρκία και η εγκατάστασή τους στην κατεχόμενη περιοχή της Κύπρου εντάσσεται στο πλαίσιο μιας πολιτικής για αλλοίωση της εθνολογικής σύστασης του πληθυσμού της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ο Τούρκος καθηγητής Νιχάτ Ερίμ σε μια έκθεσή του για την Κύπρο προς την Τουρκική Κυβέρνηση, με ημερομηνία 24 Νοεμβρίου 1956, αναφέρει: «Επειδή σε μια δεδομένη στιγμή μέσα στη ροή της Ιστορίας ένας πληθυσμός σε σύγκριση με τον άλλο πληθυσμό έχει υπερτερήσει κατά εκατό ή διακόσιες χιλιάδες, δεν είναι επαρκής λόγος να καθορίσει την αιώνια τύχη μιας μεγαλονήσου, όπως είναι η Κύπρος. Δεν μπορεί να την καθορίσει. Και μάλιστα αν λάβει κανείς υπόψη του ότι ένα τέτοιο νησί μπορεί να αποτελέσει ένα τρομακτικό κίνδυνο για την ασφάλεια μιας χώρας 25 -ήταν τότε- εκατομμυρίων όπως είναι η Τουρκία.

Για την ασφάλεια της Τουρκίας η Κύπρος είναι ένα γεωγραφικό δεδομένο, το οποίο δεν είναι δυνατό να παραγνωρισθεί». Και εισηγούμενος την προώθηση της λύσης της προσάρτησης της Κύπρου στην Τουρκία ο Νιχάτ Ερίμ αναφέρει ότι ως προπαρασκευαστικό στάδιο θα πρέπει να συλλεγούν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η πλειοψηφία της ιδιοκτησίας της γης στην Κύπρο ανήκει στους Τούρκους, ότι θα πρέπει να συνταχθεί δημογραφικός χάρτης που να καθορίζει τον αριθμό των Τούρκων του νησιού σε κάθε πόλη και χωριό και ακόμα πως θα πρέπει να συλλεγούν οι καλύτερες δυνατές πληροφορίες για τους Κυπρίους της Τουρκίας και γενικά όσους βρίσκονται εκτός Κύπρου, προφανώς για την περίπτωση του εποικισμού.

Μετά το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή δεν υπήρχε βέβαια ανάγκη για προσχήματα με επιστροφή δήθεν Τουρκοκυπρίων. Ο εποικισμός μετά το 1974 πήρε τη μορφή ενός καλά οργανωμένου σχεδίου, που αποβλέπει σταθερά στη δημογραφική αλλοίωση των πληθυσμιακών δεδομένων, με τελικό στόχο την ανατροπή τους.

Ο «Economist» στις 4.9.1976 έγραφε: «Ο προφανής στόχος της Τουρκίας είναι να μετατρέψει τη Βόρεια Κύπρο σε μια επαρχία της Τουρκίας. Ο δημογραφικός εκτουρκισμός του Βορρά σύντομα θα είναι πλήρης. Πόλεις και χωριά, όπως η Κερύνεια και η Λάπηθος, που παρέμεναν κενά μέχρι πρόσφατα, είναι τώρα γεμάτα από εποίκους από την Τουρκία».

Ο Φαζίλ Κουτσιούκ γράφει στη «Χαλκίν Σεσί» το 1978 και τα εξής: «Αυτοί οι έποικοι που δεν σεβάστηκαν τον νόμο στα αρχικά τους χωριά έκαμαν τους για 400 χρόνια κατοίκους αυτού του νησιού να ξερνούν αίμα. Όλοι αυτοί έχουν συγκεντρωθεί μαζί και πολλά ανατολίτικα σουλτανάτα δημιουργήθηκαν σε πολλά από τα χωριά μας. Καλούμε την κυβέρνηση να μη μετατρέψει αυτό το νησί σε τάφο».

Από το 1978 έχουν περάσει 38 ολόκληρα χρόνια. Ο εποικισμός εντάθηκε και μετεξελίχθηκε σε μια οργανωμένη επιχείρηση πλήρους ανατροπής των πληθυσμιακών δεδομένων της Κύπρου. Το θέμα του εποικισμού, ενταγμένο στην ευρύτερη επιδρομική πολιτική της Τουρκίας, αποτελεί την πιο απτή απόδειξη των στόχων της, την απογυμνώνει από κάθε ψεύτικη δικαιολογία και θα πρέπει να την τοποθετεί στο εδώλιο του παραβάτη ρητών κανόνων του Διεθνούς Δικαίου.

Οι αβάστακτα υποκριτικές αιτιάσεις περί «κυπροποίησης» των εποίκων και η άρνηση συζήτησης του θέματος στις συνομιλίες υπογραμμίζουν τις δικές μας βαρύτατες ευθύνες για την αποκάλυψη και στηλίτευση διεθνώς της εγκληματικής συμπεριφοράς της Τουρκίας στην Κύπρο. Ας μην ξεχνούμε πως η προπαγανδιστική μηχανή της Τουρκίας εργάζεται ασταμάτητα για τη διαστροφή της αλήθειας και την απόκρυψη των ενοχών της και η δική μας ολιγωρία υπήρξε και είναι ασυγχώρητη.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας οφείλει να θέσει στις συνομιλίες θέμα αποχώρησης των εποίκων από την Κύπρο, με μόνη εξαίρεση τις περιπτώσεις ανθρωπιστικού χαρακτήρα. Κάθε άλλη διευθέτηση με οχύρωση πίσω από τη διαβόητη αναλογία 4:1 θα οδηγήσει στην καθολική νομιμοποίηση του εγκλήματος του εποικισμού. Το ερώτημα είναι και παραμένει. Ποιος ο αριθμός των εποίκων που θα αποχωρήσουν με τη λύση; Όχι μια αναλογία πληθυσμού, η οποία εξαρχής θα υπονομευθεί με το να ονομασθούν δεκάδες χιλιάδες Τούρκοι έποικοι ως νόμιμοι εργάτες ή πρόσωπα με «νόμιμη» άδεια παραμονής.

ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ Λ. ΟΜΗΡΟΥ
Τέως Πρόεδρος Βουλής των Αντιπροσώπων