Όταν εμείς μιλάμε για κυπριακή λογοτεχνία, συνηθίσαμε να εννοούμε τα λογοτεχνικά έργα που δημιούργησαν οι Ελληνοκύπριοι λογοτέχνες μας, απλώς γιατί στον μικρόκοσμό μας είμαστε και αισθανόμαστε μάλλον σαν Ελληνοκύπριοι. Ουσιαστικά, όμως, ως κάτοικοι της Νήσου Κύπρου και ως πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας είμαστε Κύπριοι.
Το ίδιο Κύπριοι, υπό την ίδια έννοια ότι είναι κάτοικοι της Νήσου Κύπρου και πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας, είναι και οι σύνοικοί μας Τουρκοκύπριοι. Επομένως, γενικά ομιλούντες, όταν αναφερόμαστε στην κυπριακή λογοτεχνία και όταν θα θέλουμε να τη γνωρίσουμε για μια πληρέστερη κατανόησή της, θα πρέπει να εννοούμε τόσο τη λογοτεχνική δημιουργία των Ελληνοκυπρίων όσο και τη λογοτεχνική δημιουργία των Τουρκοκυπρίων.
Δεν θα ήταν δύσκολο να επιβεβαιωθεί ότι τόσο οι Ελληνοκύπριοι λογοτέχνες όσο και οι Τουρκοκύπριοι λογοτέχνες συγκινούνται, προβληματίζονται και εκφράζονται σχεδόν για τα ίδια θέματα, θέματα που αφορούν την ανθρώπινη ζωή, τη γύρω φύση και τους ίδιους υπαρξιακούς προβληματισμούς.
Στην πραγματικότητα, είναι ενδιαφέρον να αναφερθεί εδώ ότι ανάμεσα στα κείμενα που εκφράζουν τα βαθύτερα και ιδιαίτερα τα υπαρξιακά μας αισθήματα ως Κυπρίων σε μια μοιρασμένη πατρίδα, εμείς οι Ελληνοκύπριοι έχομε επιλέξει τα ποιητικά λόγια μιας Τουρκοκύπριας λογοτέχνιδας, της Νεσέ Γιασίν, που έχει πει και γράψει τους πολύ ανθρώπινους και πολύ κυπριακούς πατριωτικούς στίχους, «η δική μου η πατρίδα έχει μοιρασθεί στα δυο…».
Θα μείνω ακόμη για λίγο στο ίδιο θέμα, δίνοντας πιο κάτω ολόκληρο το κείμενο που γράφτηκε από τη Νεσέ στα τουρκικά, που το μεταφράσαμε στα ελληνικά και που το μελοποίησε και το τραγούδησε εκ μέρους όλων μας ο δικός μας ο Μάριος Τόκας και στα ελληνικά και στα τουρκικά.
«Λένε πως ο άνθρωπος πρέπει την πατρίδα ν' αγαπά, έτσι λέει και ο πατέρας μου συχνά. Η δική μου η πατρίδα έχει μοιρασθεί στα δυο. Ποιο απ’ τα δυο κομμάτια πρέπει να αγαπώ;».
Να λοιπόν μια Τουρκοκυπρία που αισθάνεται σαν γνήσια Κυπρία και εκφράζει τα αισθήματα και των Ελληνοκυπρίων ενάντια στην τουρκική εισβολή και διαίρεση της κοινής μας πατρίδας. Και ποιος της καλλιέργησε την αγάπη για την πατρίδα, για την Κύπρο; Ο πατέρας της, ένας Τουρκοκύπριος!
Αυτήν τη σχετικά μακρά εισαγωγή την έκανα για να βάλω σε πλαίσιο, στο σωστό πλαίσιο κατά τη γνώμη μου, την εισήγηση και την προτροπή της Δικοινοτικής Επιτροπής για την Παιδεία που τη διόρισαν από κοινού ο Πρόεδρός μας, Νίκος Αναστασιάδης, και ο ηγέτης της τουρκοκυπριακής κοινότητας, Μουσταφά Ακιντζί, όπως στα σχολεία μας, ελληνοκυπριακά και τουρκοκυπριακά, οι μαθητές ενημερώνονται και γνωρίζουν όχι μόνο τη δημιουργία των δικών τους λογοτεχνών αλλά και εκείνων της άλλης κοινότητας.
Μια γνωριμία που θα συμβάλει στο να εκτιμήσουμε από νεανικής ηλικίας το γεγονός ότι η κυπριακή λογοτεχνία ενέχει κοινά χαρακτηριστικά και περιλαμβάνει τα έργα τόσο των Ελληνοκυπρίων όσο και των Τουρκοκυπρίων δημιουργών.
Δυστυχώς, όμως, ως αποτέλεσμα της πρόσφατης έντασης στην περιρρέουσα πολιτική ατμόσφαιρα, που ενισχύεται σε ένα βαθμό και από εθνικιστικές φωνές αλλά και από τις ενστάσεις κάποιων κύκλων για τη μορφή της επιδιωκόμενης λύσης του χρονίζοντος Κυπριακού, γι' αυτήν την προτροπή της Δικοινοτικής Επιτροπής που άρχισε να υλοποιείται με απόφαση του Υπουργείου Παιδείας μας, βλέπουμε μια συνεχή αρνητική αρθρογραφία.
Είναι δε εκπληκτικό που και ο Αρχιεπίσκοπός μας, που μας προτρέπει, από μερικά τώρα χρόνια, με τις κοινές συναντήσεις και συνεργασίες του με τον Μουφτή των Τουρκοκυπρίων, σε αλληλοεκτίμηση, αλληλο-αποδοχή και συνεργασία μεταξύ των χριστιανών και των μουσουλμάνων της Κύπρου, να παρασυρθεί (;) και να επικρίνει την πολιτική αυτή της Δικοινοτικής Επιτροπής Παιδείας και του Υπουργείου μας χαρακτηρίζοντας της σαν «πρόωρη»!
Πότε θα πρέπει να αρχίσουμε να συμπεριφερόμαστε ως Κύπριοι; Είναι προϋπόθεση για να μπορεί να ριζώσει μια νέα κοινωνία ειρήνης και συνεργασίας, που να προσφέρει στήριγμα σε μια δίκαιη επίλυση του Κυπριακού ή είναι μια πολιτική τού «άσε να δούμε», που θα την εφαρμόσουμε μετά τη λύση, όταν θα βεβαιωθούμε ότι η Νεσέ είναι όντως Κυπρία;!
ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ




