Πρόσφατα, με μία ετεροχρονισμένη κίνηση του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού (4 εβδομάδες μετά την έναρξη των μαθημάτων και αφού είχαν προηγηθεί τα υποχρεωτικά σεμινάρια επιμόρφωσης Ιουνίου και Σεπτεμβρίου 2016), με ηλεκτρονικό μήνυμα με ημερομηνία αποστολής την Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2016, και όχι μέσω αναρτημένης στο διαδίκτυο εγκυκλίου, ενημερώθηκαν τα Λύκεια της Κύπρου για αλλαγές στη διδακτέα ύλη της Ιστορίας κοινού κορμού Α΄ και Β΄ Λυκείου (αυτής δηλαδή που απευθύνεται στην πλειοψηφία των μαθητών/τριών που δεν επέλεξαν την Ιστορία ως μάθημα προσανατολισμού / κατεύθυνσης).

Πιο συγκεκριμένα, από την ύλη της Α΄ Λυκείου έχει αφαιρεθεί όλη η Προϊστορία της Κύπρου, όπως και ο εξελληνισμός του νησιού (!), ενώ από τη Β΄ Λυκείου έχει αφαιρεθεί όλη η Βυζαντινή Ιστορία της Κύπρου, πλην του Ριχάρδου Λεοντόκαρδου (αυτό κι αν χρήζει ερμηνείας), ενώ η περίοδος της Τουρκοκρατίας έχει μετονομαστεί σε Οθωμανοκρατία...
Η αιτιολόγηση είναι μάλλον αστεία: η ύλη που αφαιρέθηκε διδάσκεται, λέει, ενδελεχώς στο Γυμνάσιο και δεν είναι ανάγκη να ξαναδιδακτεί, η ύλη είναι βαρυφορτωμένη, και διάφορα άλλα τέτοια, που προσβάλλουν τη νοημοσύνη κάθε εχέφρονος ανθρώπου.

Η χλιαρή αντίδραση της ΟΕΛΜΕΚ ήταν αναμενόμενη για προφανείς λόγους, ενώ η συζήτηση επί της ουσίας από τον Σύνδεσμο Ελλήνων Κυπρίων Φιλολόγων είχε μόλις ανακοινωθεί όταν συντασσόταν το άρθρο αυτό.

Η μη δημόσια αντίδραση των διδασκόντων φιλολόγων είναι κατανοητή και αναμενόμενη, εφόσον στα σχολεία τα τελευταία χρόνια ο σεβασμός της έτερης άποψης εξέλιπε, ειδικά σε ό,τι αφορά το μάθημα της Ιστορίας. Άλλωστε είναι γνωστό ότι όποιος δεν ασπάζεται την άνωθεν επιβεβλημένη άποψη της ειρηνικής συνύπαρξης (;), αυτομάτως χαρακτηρίζεται ως εθνικιστής, χρυσαυγίτης, ελαμίτης, κ.ά. Αυτή είναι, άλλωστε, η ελευθερία της γνώμης που καλλιεργείται τα τελευταία χρόνια.

Είναι ηλίου φαεινότερον ότι στόχος όλων αυτών των αλλαγών, κι άλλων ακόμα που σίγουρα κυοφορούνται και μαγειρεύονται στα μεγάλα καζάνια της δικοινοτικής τεχνικής επιτροπής για την παιδεία, είναι ο αφελληνισμός των Ελλήνων της Κύπρου μέσω της παιδείας (αυτό δηλαδή που είχαν εξαγγείλει οι Άγγλοι ήδη πριν από 85 χρόνια...). Πλανώνται, βέβαια, πλάνην οικτράν και άκρως ανιστόρητην όσοι επιδιώκουν κάτι τέτοιο. Και εξηγούμε.

Πρώτον, η διαμόρφωση εθνικής συνείδησης (ευτυχώς) ποτέ δεν υπήρξε απόρροια επίσημης πολιτικής και παρέμβασης στο εκπαιδευτικό σύστημα, αλλιώς δεν θα είχαν εκδηλωθεί κατά τον 19ον αιώνα τόσα απελευθερωτικά κινήματα κατά των πολυεθνικών αυτοκρατοριών, μαζί και το κίνημα του υπόδουλου (τουρκοκρατούμενου, όχι οθωμανοκρατούμενου) Ελληνισμού. Κι όλ' αυτά σε μια εποχή μάλιστα κατά την οποία ο αναλφαβητισμός έπληττε πέραν του 99% του πληθυσμού.

Δεύτερον, εκεί που το επίσημο κράτος παρενέβη δυναμικά για να υποβάλει σε πλύση εγκεφάλου τους εκκολαπτόμενους πολίτες του, το αποτέλεσμα υπήρξε ιστορικά ολέθριο και εκτρωματικό: η φασιστική Ιταλία και η ναζιστική Γερμανία, με τις εκπαιδευτικές τους "μεταρρυθμίσεις", οδήγησαν την υφήλιο σε έναν ακόμη παγκόσμιο πόλεμο και φύτεψαν τον ανθεκτικό σπόρο μιας εξαιρετικά ακραίας ιδεολογίας.

Κι αν δεχτούμε την αφελή τοποθέτηση των ιθυνόντων ότι στόχος είναι ακριβώς η πάταξη τέτοιων φαινομένων, τότε μάλλον ζούμε σε διαφορετικούς κόσμους. Διότι κάθε φορά που απόψεις, ιδεολογίες, κτλ., «απαγορεύονται» είτε ρητώς είτε εμμέσως πλην σαφώς (όπως αυτό που τροχοδρομείται σήμερα, ή όπως αυτό που έγινε στην κατεχόμενη από τους Γερμανούς Γαλλία), το αποτέλεσμα κάθε άλλο παρά ο περιορισμός των «αμαρτωλών» απόψεων είναι, αλλά ο εξαναγκασμός τους να κινηθούν και να επεκταθούν υπογείως, και κατά συνέπεια να ενισχυθούν πέρα και έξω από τον έλεγχο του επίσημου κράτους (βλ. τη Γαλλική Αντίσταση κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου).

Αν, λοιπόν, ο στόχος των ιθυνόντων είναι να πατάξουν τις ακραίες ιδεολογίες, τότε με τις ενέργειές τους θα προκαλέσουν ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα. Ένας εμφύλιος σπαραγμός είναι το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται αυτός ο τόπος.
Τρίτον και κρισιμότατον. Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, με τον ελληνικό πολιτισμό στην αιχμή του δόρατος, κατόρθωσε να αναδείξει την ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης στο επίκεντρο του σύγχρονου πολιτισμού. Κι ο ελληνικός πολιτισμός στον οποίο αναφερόμαστε είναι αυτός του αλληλοσεβασμού και της αποδοχής (όχι της ανοχής), ο οποίος ουδεμία σχέση έχει με χουντοφασιστικές ιδεολογίες.

Αυτή η διολίσθηση προς οποιουδήποτε είδους φονταμενταλισμό (ισλαμιστικό, αμερικανικό, «συνυπαρξιακό», ή άλλο - αδιάφορο, πάλι ακραίος είναι) αμφισβητεί τις ατομικές μας ελευθερίες και μας στερεί το δικαίωμα στην ελεύθερη σκέψη και έκφραση, το οποίο δεν είμαστε διατεθειμένοι να απεμπολήσουμε εις το όνομα οιουδήποτε.

Είναι σαφές ότι όλα αυτά γίνονται για να εξευμενιστεί το «σύνοικο» στοιχείο, το οποίο τελεί υπό την προστασία και την καθοδήγηση ενός ακραίου ισλαμιστικού καθεστώτος. Εγείρονται, λοιπόν, δύο ζητήματα, το ένα ιστορικής φύσεως, το άλλο μελλοντολογικής:

Αν το «σύνοικο» στοιχείο, όπως η προστάτιδά του, δεν είναι διατεθειμένο να αποδεχτεί το ιστορικό του παρελθόν (των προνομίων του επί Τουρκοκρατίας και Αγγλοκρατίας, αλλά και των σφαγών, των βίαιων εξισλαμισμών και των γενοκτονιών), με ποια παράλογη λογική το γεγονός αυτό οδηγεί στην παραχάραξη της ιστορίας μας από εμάς τους ίδιους; Είναι σαν να λέμε ότι οι Γάλλοι και οι Γερμανοί εξομάλυναν τις σχέσεις τους, όταν οι Γάλλοι διέγραψαν όσα τους έκαναν οι Γερμανοί κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο - πράγμα που φυσικά δεν έγινε, διότι οι Γερμανοί έσπευσαν οι ίδιοι να μελετήσουν την ιστορία τους και να αποκαλύψουν τις χειρότερες στιγμές της.

Το δεύτερο, μελλοντολογικό ερώτημα: Τι θα γίνει όταν ο ισλαμικός φονταμενταλισμός περάσει την Πράσινη Γραμμή; Μήπως οι ιθύνοντες θα σπεύσουν να συμβουλεύσουν τις Ελληνίδες της Κύπρου να φορέσουν μαντήλα, να γίνουν δεύτερης κατηγορίας μη-πολίτες, διότι το «σύνοικο» στοιχείο ενοχλείται από τον δυτικό τρόπο ζωής και ένδυσής τους;
Μήπως πρέπει κάποτε να σοβαρευτούμε, επιτέλους;

Ομάδα Πολιτών για την Ελεύθερη Παιδεία