Οι συνομιλίες, εντατικές και πιεστικές την τελευταία τώρα περίοδο προχώρησαν, από εποχής Προέδρου κ. Χριστόφια με τον κ. Ταλάτ, έχοντας κύρια στήριξη και/ή συμβουλευτική συμμετοχή προσώπων που πίστεψαν σε λύση, όπως ήταν το Σχέδιο Ανάν. Μια πολιτική θεώρηση κατά τον λεγόμενο «ιστορικό συμβιβασμό», όπως προέκυψε μ’ αφορμή τη συμφωνία Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και Ντενκτάς το 1971.
Έτσι, μετά τη δήλωση για «νέο» συνεταιρισμό του 2008, φθάσαμε στις συγκλίσεις του Οκτώβρη του 2016, που «άνοιξαν» τον δρόμο για συζήτηση του εδαφικού. Η όλη για 42 χρόνια διαδικασία είναι φανερό ότι κινήθηκε στηριγμένη σε μυστική διπλωματία, υποσχέσεις τρίτων, αλλά και υποχωρήσεις δικές μας αντίθετες προς το δίκαιο, που συνεχίζουν και αποκαλύπτονται μέρα με τη μέρα, έξω και αντίθετα προς τα όσα περιορισμένα αποκαλύφθηκαν κατά περιόδους. Μη εξαιρουμένων και των αποτελεσμάτων της «τριμερούς συνάντησης» στον ΟΗΕ μόλις προ μηνός.
Συνάντηση η οποία προφανώς συνετέλεσε στο να προωθηθούν αμέσως μετά, πιεστικά, νέες συγκλίσεις, με συναντήσεις ακόμη και την Κυριακή και με ήδη προδιαγεγραμμένη τετραμερή συνέχεια στην Ελβετία. Όλα αυτά σε συνδυασμό με το γεγονός ότι, παράλληλα, καλλιεργήθηκε συστηματικά και μεταδίδεται προς τον απλό πολίτη ότι οι συγκλίσεις που επιτεύχθηκαν ήδη ως συμφωνία διαμορφώνουν μια λύση που θα τεθεί ενώπιον του λαού σ’ όλες τις λεπτομέρειές της και χωρίς «λευκές σελίδες», όπως στο Σχέδιο Ανάν. Συγκλίσεις οι οποίες επιτρέπουν, μάλιστα, να γίνεται αναφορά ότι επέφεραν βελτιώσεις έναντι του τότε Σχεδίου Ανάν.
Βέβαια το να «ξεκαθαρίσει» το θέμα της παράνομης στρατιωτικής κατοχής εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως ζήτημα διεθνούς δικαίου, ήταν και παραμένει στοιχείο απαραίτητο, το οποίο προφανώς προηγείτο πολλών άλλων συγκλίσεων που συμφωνήθηκαν περί την εσωτερική λειτουργία του νέου Κράτους. Ως ζήτημα λοιπόν διεθνούς δικαίου, το εδαφικό προϋποθέτει την αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής, ώστε διασφαλιζόμενης της ειρήνης και ισονομίας με τη βοήθεια του ΟΗΕ και της Ε.Ε., να αναζητηθούν εκείνες οι αναγκαίες συνταγματικές τροποποιήσεις, που θα πραγματώσουν τη μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας σε Ομόσπονδο Κράτος. Δεν ήταν όμως αυτή η σειρά των πραγμάτων.
Με βάση τη δική μας τακτική, προηγήθηκαν ως συγκλίσεις, υποχωρήσεις αντίθετες στο διεθνές δίκαιο, που προέκυψαν προφανώς υπό την ψευδαίσθηση ότι η Τουρκία θα επιδείξει, επιτέλους, πολιτική διάθεση για να λυθεί το Κυπριακό. Παραχωρήσεις από την πλευρά μας, οι οποίες υποσκάπτουν την έννοια ενός και μόνο Κράτους κυρίαρχου, ανεξάρτητου και διεπόμενου από αρχές και αξίες δικαίου που ισχύουν σ’ όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το να ενημερωθεί ο λαός στις αρχές Νοεμβρίου από τον Πρόεδρο με γενικότητες και αοριστίες, όπως προγενέστερα έγινε και στη Βουλή, δεν αρκεί. Ιδιαίτερα όταν συστηματικά δημιουργείται ένα κλίμα διλήμματος μεταξύ «λύσης» ή «καταστροφής» σε περίπτωση ΜΗ λύσης. Αφού το Σύνταγμα δεν παρέχει ρητή αρμοδιότητα στον Πρόεδρο να συμφωνήσει λύση, προηγείται για την όποια μορφή λύσης η λαϊκή εντολή. Τη μορφή όμως διζωνικής, δικοινοτικής Ομοσπονδίας του Σχεδίου Ανάν την απέρριψε η λαϊκή θέληση με το Δημοψήφισμα του 2004.
Συνεπώς, αφού η κάθε εξουσία του Προέδρου, της Βουλής και κάθε αξιωματούχου, κατά τη δημοκρατική αρχή, πηγάζει από το Σύνταγμα και τη λαϊκή κυριαρχία, δεν μπορεί ο ρόλος του λαού να αφορά στο να «εγκρίνει» απλώς εκ των υστέρων μια οποιανδήποτε λύση. Ο λαός που δικαίως αγωνιά για το μέλλον και την έκβαση των συνομιλιών, δυσανασχετεί με την έλλειψη ενότητας για αγώνα διεκδίκησης δικαίου, που οφείλει, πλην δεν επιτυγχάνει η Πολιτική Ηγεσία του, να διεξαγάγει από κοινού.
Πολύ δε περισσότερο, όταν η τουρκική πλευρά συνοδεύει τις σταθερές από χρόνια αξιώσεις της με τις απειλητικές ρητορικές εξάρσεις του κ. Ερντογάν, αλλά και την άποψη από πλευράς κ. Ακιντζί ότι δεν θα επιστραφεί η Μόρφου. Σκηνικό που σε συνδυασμό και με την όχι τυχαία αναφορά για δήθεν τελευταία ευκαιρία για λύση, φαίνεται να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, εάν επιστραφεί τελικά η Μόρφου (βέβαια και η Αμμόχωστος) και υπάρξει κατάργηση ή διαφοροποίηση εγγυήσεων και επεμβατικών δικαιωμάτων και συμφωνηθεί αποχώρηση, άμεσα με τη λύση, μεγάλου αριθμού τουρκικού στρατού κατοχής, θα «χρυσωθεί» η πικρή αλήθεια των δυσμενέστατων και εν πολλοίς καταστρεπτικών ήδη υποχωρήσεών μας στις υπάρχουσες συγκλίσεις.
Μια «αφοπλιστική» επιχειρηματολογία για να υπάρξει ένα ΝΑΙ, σε σχέση προς μια λύση που με βάση ό,τι προκύπτει από τις γνωστές συγκλίσεις προδιαγράφεται άδικη, μη λειτουργική και μη βιώσιμη. Μια δήθεν διαφοροποίηση της τουρκικής στάσης για να δικαιολογηθεί η πρόσθετη «αντιπαροχή» που επίμονα αξιώνει, ώστε κατά την αρχή της πολιτικής δήθεν ισότητας μεταξύ των δυο πολιτειών, ή ακόμη του πάρε-δώσε, να υπάρχει τελικά και κάποια πρόβλεψη στη λύση, για Πρόεδρο εναλλάξιμο από τις δύο κοινότητες.
Είναι η ώρα που οφείλει η πολιτική εξουσία να αποκαλύψει στον λαό τη σοβαρότητα των συγκλίσεων που έχουν ολοκληρωθεί και τους όσους κινδύνους προκύπτουν με όσα συμφωνήθηκαν, με γνωστή την επιθυμία της Τουρκίας σε βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ας αναζητήσει δε, η πολιτική ηγεσία, εκ των προτέρων, την περί τούτου λαϊκή εξουσιοδότηση.
ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος




