Ένα από τα καλά των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, εκτός του ότι ο καθένας βγάζει τα εσώψυχά του και οι γκόμενες σουφρώνουν τα χείλη στις σέλφις, λες και είναι απόγονοι ψαριών, είναι ότι μπορεί κάποιος να βγάλει ένα ασφαλές συμπέρασμα για τον βαθμό ψυχοπάθειας ενός λαού. Δεν είναι που μας απασχολεί το σύνδρομο ότι όλοι οι μη Έλληνες συνωμοτούν εναντίον μας, είναι και ο δικός μας προβληματισμός, αν και πόσο Έλληνες είμαστε.

Χωριζόμαστε σε διάφορες κατηγορίες, στους πολύ Έλληνες, στους μετριο-Έλληνες και στους ανθέλληνες, κάτι όπως τις διαφορετικές γεύσεις του καφέ. Οι ξένοι, όσον αφορά εμάς, χωρίζονται στους φιλέλληνες που όνειρό τους είναι να τους θάψουν στο Ηρώδειο, στους αδιάφορους και κάτι εκατομμύρια που μας έχουν παρεξηγήσει και δεν μας θέλουν ούτε για παρέα.

Για εμάς, τους Κυπρίους, είναι αυτοί που θέλουν να ονομάζονται «Έλληνες» αλλά δεν είναι διατεθειμένοι να κάνουν D.N.A. τεστ, οι άλλοι που επιμένουν Ελληνοκύπριοι καλύπτοντας όλο το φάσμα πολιτισμών και αρχαιοτήτων, και οι υποστηριχτές του σκέτου «Κύπριοι», που καλύπτει όλα τα πιο πάνω και επιπλέον καμιά δεκαριά κατακτητές και άλλες μίξεις όπως Σουηδέζες, Ρωσίδες, Σύρους, Αιγυπτίους κ.λπ. και εκκολάπτονται σε διάφορα χρώματα και μεγέθη.

Όταν λέμε «είμαι Έλληνας» και φουσκώνουμε από υπερηφάνεια, σίγουρα δεν εννοούμε τους τωρινούς διεφθαρμένους. Στο μυαλό μας φαντάζει η Ακρόπολις, ο Φειδίας, ο Ηρόδοτος, ο Σωκράτης, ο Αρχιμήδης, ο Μέγας Αλέξανδρος, οι 300 του Λεωνίδα κ.ά., ο ξένος όμως απέναντί μας έχει μια διαφορετική εικόνα και μας κοιτάζει με επιφύλαξη. Μας βλέπει σαν μικροαπατεώνες, που αγωνιζόμαστε να αποφύγουμε τις υποχρεώσεις μας προς την κοινωνία και την πατρίδα.

Οι «Έλληνες» ποτέ δεν θα εγκατέλειπαν τις πόλεις τους στους βαρβάρους, με την ψευδαίσθηση ότι θα επέστρεφαν σε 5 ημέρες, 5 μήνες ή 45 χρόνια. Δεν θα μιλούσαν και θα έγραφαν γκρίκλις, δεν θα απέφευγαν τις υποχρεώσεις τους προς τη δημοκρατία, θα διαπραγματευόντουσαν διαφορετικά (αν έφταναν ώς εκεί), ανεξαρτήτως της αριθμητικής υπεροχής και της δύναμης των βαρβάρων. Θα ήταν οι «Έλληνες» που εμείς φανταζόμαστε ότι είμαστε, όταν το δηλώνουμε και φουσκώνουμε από υπερηφάνεια.

Η μόνη σύνδεσή μας με τους «Έλληνες» είναι οι αρχαιότητες που καθορίζουν τον πολιτισμό των προγόνων μας και βρίσκονται θαμμένες σε αποθήκες. Για δεκαετίες δεν αξιωθήκαμε να κάνουμε ένα αρχαιολογικό μουσείο, του οποίου τα εκθέματα αδιαμφισβήτητα μαρτυρούν την καταγωγή μας. Ξοδέψαμε δισεκατομμύρια για διάφορα άλλα, αμελήσαμε όμως το θησαυροφυλάκιο που θα τακτοποιούσε εμάς με το παρελθόν μας.

Οι «Έλληνες» δεν καθορίζονται από μια ταυτότητα, ένα λάβαρο και έναν εθνικό ύμνο, ή με απάτες, μίζες, διαφθορά και εξάρσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ούτε αναμετρώνται ποιος είναι περισσότερο Έλληνας και ποιος λιγότερο. Αυτοί είναι ο «νεοέλληνες», που συρρίκνωσαν αμετάκλητα τον Ελληνισμό.

Η ανθρωπότητα πραγματικά χρωστά στους «Έλληνες» τα πάντα, αντίθετα με τους «νεοέλληνες», που χρωστούν και υποθηκεύουν τα πάντα και μαζί τον Ελληνισμό. Ας μη διαπληκτιζόμαστε λοιπόν ποιος είναι πιο «Έλληνας» από τον άλλον. Απλώς διερωτηθείτε ποιος είναι πιο «νεοέλληνας» από τον άλλον και προβληματιστείτε.