«κλειδί» για επενδύσεις σε τραπεζικές μετοχές
Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, τα οποία έχουν ξεπεράσει το 50% των συνολικών δανείων, στρεβλώνουν τα αποτελέσματα χρήσης της τράπεζας, δηλαδή δεν μπορείς να ξέρεις αν τα κέρδη είναι πραγματικά
Οι επενδυτές είναι επιφυλακτικοί σε ό,τι αφορά τις τραπεζικές μετοχές, διότι θεωρούν πως μπορεί να χρειαστούν περισσότερα κεφάλαια. Ουδείς γνωρίζει πότε θα σταματήσουν οι ζημιές από τα μη εξυπηρετούμενα, όμως ο δείκτης κάλυψης των μη εξυπηρετούμενων δανείων αποτελεί μια καλή και αξιόπιστη ένδειξη για τη δυνατότητα της τράπεζας να απορροφήσει ζημιές από μη εξυπηρετούμενα δάνεια, χωρίς να χρειαστεί επιπρόσθετα κεφάλαια.
Όταν ο δείκτης κάλυψης κυμαίνεται σε υψηλά επίπεδα, π.χ. 70%, αυτό σημαίνει ότι μάλλον δεν θα χρειαστεί επιπρόσθετα κεφάλαια, διότι έχει και τις εμπράγματες εξασφαλίσεις που βρίσκονται πίσω από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, οι οποίες, αν χρειαστεί, μπορούν να ρευστοποιηθούν και να αυξήσουν ακόμη περισσότερο τον δείκτη κάλυψης. Όταν, όμως, ο δείκτης κάλυψης είναι σε χαμηλά επίπεδα, π.χ. 30%, τότε η τράπεζα μάλλον θα χρειαστεί επιπρόσθετα κεφάλαια, διότι, ακόμα και αν ρευστοποιήσει τις εμπράγματες εξασφαλίσεις ή πουλήσει τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, είναι αμφίβολο κατά πόσο μπορεί να εισπράξει το 70% της ονομαστικής αξίας των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Ο δείκτης κάλυψης μη εξυπηρετούμενων δανείων παραμένει σήμερα κάτω από το 50% για τις κυπριακές τράπεζες, ενώ για τις ευρωπαϊκές τράπεζες ο αντίστοιχος μέσος όρος είναι γύρω στο 60%. Παρά τη σημαντική μείωση στη χορήγηση νέων δανείων και τη σημαντική μείωση των επιτοκίων (παράγοντες που μειώνουν τα κέρδη), οι κυπριακές τράπεζες καταγράφουν κέρδη από υφιστάμενα δάνεια, εξυπηρετούμενα και μη.
Σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, μια τράπεζα μπορεί να αναγνωρίσει έσοδα από τόκους (έστω και αν το δάνειο είναι μη εξυπηρετούμενο) στο μέρος του δανείου για το οποίο δεν έχει γίνει ακόμα πρόβλεψη (ότι δεν θα εισπραχθεί). Παράλληλα, όμως, ένα μη εξυπηρετούμενο δάνειο προκαλεί και ζημιά στην τράπεζα κάθε χρόνο που παραμένει ανείσπρακτο. Τελικά, δηλαδή, ένα μη εξυπηρετούμενο δάνειο μπορεί να αυξήσει τα κέρδη από τη μια και να αυξήσει τις ζημιές από την άλλη.
Γι' αυτόν τον λόγο είναι δύσκολο για κάποιον να αναλύσει την οικονομική κατάσταση των τραπεζών, προκειμένου να επενδύσει. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, τα οποία έχουν ξεπεράσει το 50% των συνολικών δανείων, στρεβλώνουν τα αποτελέσματα χρήσης της τράπεζας, δηλαδή δεν μπορείς να ξέρεις αν τα κέρδη είναι πραγματικά.
Πάντως, ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός της Τραπεζικής Ένωσης της Ευρωζώνης πιέζει τις κυπριακές τράπεζες να αναγνωρίσουν περισσότερες ζημιές από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Παρά το γεγονός ότι οι μεγάλες κυπριακές τράπεζες διαθέτουν ίδια κεφάλαια πέραν του υποχρεωτικού ορίου του 8% των συνολικών χορηγήσεων, οι εποπτικές Αρχές θεωρούν ότι ο κίνδυνος μη είσπραξης αυτών των δανείων είναι μεγάλος και ότι οι τιμές των ακινήτων θα συνεχίσουν να υποχωρούν, με αποτέλεσμα να μειώνονται και οι αξίες των εμπράγματων εξασφαλίσεων. Ο δείκτης των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε συνάρτηση με τον δείκτη κάλυψής τους θα καθορίσουν και τις αποφάσεις των επενδυτών.
ΜΑΡΙΟΣ ΜΑΥΡΙΔΗΣ
Οικονομολόγος, Βουλευτής Κερύνειας, ΔΗΣΥ




