Και οι συνέπειες από την αντίδραση της ΠΑΣΥΝΟ
Είναι ανεπίτρεπτο, εντός μιας ενδεικνυόμενης «ασθενοκεντρικής προσέγγισης» στην υγεία, ο ασθενής να καθίσταται θύμα από την αψιμαχία της ΠΑΣΥΝΟ με τους εμπλεκόμενους φορείς
Ποικίλα ερωτήματα φαίνεται να προκαλεί η αντίδραση της Παγκύπριας Συντεχνίας Νοσηλευτών (ΠΑΣΥΝΟ) σε σχέση με τα περιστατικά βίας στα δημόσια νοσηλευτήρια.
Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πηγές (27 Σεπτεμβρίου 2016), η ΠΑΣΥΝΟ, μετά το περιστατικό σύλληψης του Γενικού Γραμματέα της Συντεχνίας, προχώρησε σε ανακοίνωση με την οποία, σε περίπτωση που δεν υπάρξουν θετικές εξελίξεις στην άμεση εφαρμογή μέτρων από τους διάφορους εμπλεκόμενους φορείς για τον περιορισμό της βίας, θα «καλέσει τα μέλη της να μην περιθάλπουν περιστατικά στα οποία υπάρχει οποιαδήποτε εκδήλωση βίας κατά νοσηλευτών».
Με όλο τον σεβασμό στις ανησυχίες των νοσηλευτών και την εκτίμηση των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν επί καθημερινής βάσεως στην εργασία τους, εάν αληθεύει το περιεχόμενο της ανακοίνωσης, δεν παύει το επαπειλούμενο μέτρο για μη περίθαλψη «οποιουδήποτε» βίαιου περιστατικού να παραμένει αδικαιολόγητα ανεδαφικό.
Από τη μια πλευρά, γίνεται αντιληπτό πως η σωματική ακεραιότητα των νοσηλευτών τίθεται σε κίνδυνο από ορισμένες ανεπίτρεπτες συμπεριφορές ασθενών μέσω επιθέσεων με πρόκληση σωματικής βλάβης κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Η σωματική ακεραιότητα και η ζωή εκάστου οφείλει να τυγχάνει προστασίας από την πολιτεία, ως δικαίωμα από το Άρθρο 7 του Κυπριακού Συντάγματος.
Επιπλέον, το άρθρο 13 του περί Ασφαλείας και Υγείας στην Εργασία Νόμου Ν. 89(I)/1996 ορίζει τις γενικές υποχρεώσεις κάθε εργοδότη, όπως της Δημοκρατίας, να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της ασφάλειας, υγείας και ευημερίας των εργοδοτουμένων, ώς και την εξασφάλιση της παροχής και διατήρησης ασφαλούς περιβάλλοντος εργασίας. Η απαλλαγή ευθύνης, ως ορίζει το ίδιο το άρθρο, γίνεται μόνο σε απρόβλεπτα γεγονότα και συνθήκες.
Στην παρούσα περίπτωση, η βία στα δημόσια νοσηλευτήρια κάθε άλλο παρά απρόβλεπτη πλέον μπορεί να χαρακτηριστεί. Εν όψει των πιο πάνω, η ΠΑΣΥΝΟ θα μπορούσε να στρέψει τα πυρά της απευθείας κατά της Δημοκρατίας, δίχως να εμπλέκει και να παρακινδυνεύει το δικαίωμα πρόσβασης των ασθενών στην ιατρική φροντίδα.
Η διασφάλιση των ανωτέρω δικαιωμάτων των νοσηλευτών δεν μπορεί αυθαίρετα να προσκρούει στο δικαίωμα των ασθενών σε ιατρική φροντίδα, όταν μάλιστα το τελευταίο αποτελεί ουσιώδη αρχή διάχυτη στην κυπριακή νομοθεσία και σε διάφορα άλλα διεθνή νομοθετικά κείμενα. Σε καμία περίπτωση το εν λόγω δικαίωμα μπορεί να παραγνωριστεί απολυταρχικά, ως φαίνεται από το λεκτικό της εν λόγω ανακοίνωσης σε «οποιαδήποτε εκδήλωση βίας κατά νοσηλευτών».
Ωστόσο, είναι κατανοητό ότι το δικαίωμα σε ιατρική φροντίδα δεν είναι απόλυτο, αλλά επιδέχεται αναγνωρισμένους περιορισμούς. Σε διεθνές επίπεδο, το ψήφισμα 1763/2010 της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης «Για το δικαίωμα αντίρρησης συνειδήσεως στην έννομη ιατρική περίθαλψη» προνοεί, σύμφωνα με την παράγραφο 1, τη δυνατότητα του επαγγελματία υγείας, μέσω του δικαιώματος «αντίρρησης συνειδήσεως», να αρνηθεί την παροχή ιατρικής φροντίδας σε μεμονωμένες περιπτώσεις, όπως σε έκτρωση ή ευθανασία.
Εντούτοις, η παράγραφος 2 του ψηφίσματος συνεχίζει να εξασφαλίζει την αντίστοιχη υποχρέωση των Κρατών να προσφέρουν εγκαίρως πρόσβαση στη νόμιμη ιατρική φροντίδα. Επιπρόσθετα, το άρθρο 6 του περί της Κατοχύρωσης και της Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ασθενών Ν.1(I)/2005 προβλέπει τη «συνεχή προσβασιμότητα» των υπηρεσιών υγείας στους ασθενείς, με μοναδικό περιορισμό την έλλειψη πόρων του Κράτους.
Με άλλα λόγια, οι περιορισμοί του δικαιώματος ιατρικής φροντίδας φαίνονται εξαντλητικοί στις ανωτέρω περιπτώσεις. Σαν αποτέλεσμα, θεωρείται άκρως δυσανάλογος ο περιορισμός του δικαιώματος σε ιατρική φροντίδα σε περίπτωση βίας κατά νοσηλευτή, όταν μάλιστα αυτή έχει ήδη εξουδετερωθεί.
Αντιθέτως, το λεκτικό της πιο πάνω ανακοίνωσης φαίνεται πως θα παραβιάσει σωρεία νομοθετικών διατάξεων, του ανωτέρω Νόμου Ν.1(I)/2005 για την προστασία των δικαιωμάτων των ασθενών. Στο άρθρο 4(1) του Νόμου αναφέρεται αυτολεξεί πως «κάθε ασθενής έχει δικαίωμα σε φροντίδα υγείας, […] και όπως αυτή παρέχεται εντός ευλόγου χρόνου», ενώ στο εδάφιο 4 του ιδίου άρθρου αναφέρεται επίσης πως «ο ασθενής έχει δικαίωμα αδιάκοπης συνέχισης της φροντίδας υγείας και να αναμένει συνεργασία μεταξύ όλων των παροχέων[…]».
Επιπρόσθετα, το άρθρο 21 του Νόμου απαγορεύει κάθε δυσμενή διάκριση στην απόλαυση των δικαιωμάτων που καθιερώνει η εν λόγω Νομοθεσία, και σε συμπλήρωση το άρθρο 7(1) προνοεί ότι «η φροντίδα υγείας προσφέρεται σε όλους ισότιμα, χωρίς δυσμενή διάκριση». Ωστόσο, το λεκτικό της εν λόγω ανακοίνωσης δεν παραβιάζει μόνο τις νομοθετικές διατάξεις, αλλά επίσης και την αναγνωρισμένη Δεοντολογία και τον Κώδικα Πρότυπης Επαγγελματικής Πρακτικής των νοσηλευτών στην Κύπρο, όπως εγκαθιδρύονται ως κανονισμοί από το Άρθρο 22 του περί Νοσηλευτικής και Μαιευτικής Νόμου Ν.214/1988.
Τα εν λόγω κανονιστικά κείμενα προστάζουν, μεταξύ άλλων, την υποχρέωση του νοσηλευτή για «προαγωγή της υγείας», «παροχή ολιστικής φροντίδας», «δημιουργία και διατήρηση θεραπευτικού περιβάλλοντος», καθώς επίσης και την προσφορά σε «πάντα υψηλά επίπεδα νοσηλευτικής πρακτικής και φροντίδας», θέτοντας μάλιστα τη «φροντίδα των ατόμων ως πρώτη προτεραιότητα» και «πρωταρχική επαγγελματική ευθύνη του νοσηλευτή».
Είναι ξεκάθαρο ότι σε περίπτωση πραγματοποίησης των επαπειλούμενων μέτρων της ΠΑΣΥΝΟ, και ειδικότερα μάλιστα σε περιπτώσεις όπου εξουδετερώθηκε πλήρως το περιστατικό βίας, πως ο ασθενής δεν θα είναι πλέον η «προτεραιότητα» των νοσηλευτών, αφού θα στερηθεί απόλυτα των δικαιωμάτων του. Με άλλα λόγια η ιατρική φροντίδα δεν θα «διατηρείται» και δεν θα παρέχεται πλέον «αδιάκοπα», «ολιστικά» και εντός «εύλογου χρόνου» όταν ζητηθεί από τον ασθενή, ως ορίζουν οι νομοθετικές και δεοντολογικές διατάξεις, αλλά η ιατρική φροντίδα θα περιοριστεί δυσανάλογα με δυσμένεια και διάκριση σε αυτούς που εμφάνισαν ακόμη και τα ελάχιστα σημάδια βίας.
Εάν οι νοσηλευτές μελλοντικά ενεργήσουν με αυτή την προσέγγιση, τότε φαινομενικά προκύπτει ότι όχι μόνο δεν θα διατηρούν «τα ανάλογα επαγγελματικά όρια, διαχωρίζοντας τις θεραπευτικές αλληλεπιδράσεις από τις προσωπικές», αλλά μάλιστα με αυτόν τον τρόπο θα προκαλέσουν βλάβη στον ίδιο τον ασθενή, πράξεις που στο σύνολό τους απαγορεύονται επίσης αυστηρώς από τον αναφερόμενο νοσηλευτικό Κώδικα Πρότυπης Επαγγελματικής Πρακτικής.
Εν όψει των πιο πάνω παραβιάσεων, εύλογα μπορεί να θεωρηθεί ότι όποιος νοσηλευτής ακολουθήσει κατά γράμμα τις ενδεχόμενες προσεγγίσεις της ΠΑΣΥΝΟ θα βρεθεί υπεύθυνος για πολλαπλές παραβιάσεις νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων, σε σχέση με το δικαίωμα στην ιατρική φροντίδα.
Εφόσον τα κανονιστικά κείμενα αναφέρουν ρητώς ότι ο νοσηλευτής «είναι υπεύθυνος για τις πράξεις και τις παραλείψεις του», τότε ως προτεινόμενη λύση στη σύγχυση που φαίνεται να προκύπτει από το λεκτικό της ανακοίνωσης της ΠΑΣΥΝΟ φαίνεται να είναι η εξής: Όταν ο νοσηλευτής βρίσκεται αντιμέτωπος με περιστατικό βίας, τότε ως τον εξουσιοδοτούν, γενικότερα, οι δεοντολογικοί κανονισμοί θα μπορεί και οφείλει να «λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την ασφάλεια των ασθενών, τη δική του και των υπολοίπων επαγγελματιών υγείας», αναγνωρίζοντας και αναφέροντας «τυχόν παραλείψεις, λαμβάνοντας όλα τα αναγκαία μέτρα για να αποτρέψει ή να ελαχιστοποιήσει κινδύνους που προκύπτουν από ένα απρόοπτο».
Η εφαρμογή των πιο πάνω θα μπορεί να γίνει δηλαδή μέσω της λήψης δεόντων μέτρων για την εξουδετέρωση της βίας, για την ασφάλεια των νοσηλευτών αλλά και ταυτόχρονα για τη διατήρηση της απρόσκοπτης πρόσβασης των ασθενών σε ιατρική φροντίδα.
Καταληκτικά, είναι ανεπίτρεπτο εντός μιας ενδεικνυόμενης «ασθενοκεντρικής προσέγγισης» στην υγεία ο ασθενής να καθίσταται θύμα από την αψιμαχία της ΠΑΣΥΝΟ με τους εμπλεκόμενους φορείς. Το παρόν δημοσίευμα δεν αποσκοπεί στο να δημιουργήσει ακόμη ένα φρασεολογικό παιχνίδι, αναφέροντας συνδυαστικά αποσπάσματα από διάφορες νομοθετικές και κανονιστικές υποχρεώσεις των νοσηλευτών.
Τουναντίον, το δημοσίευμα αποσκοπεί στο να δείξει πως όταν λεκτικά ανακοινώσεων θίγουν ευρύτερα θέματα δημοσίου συμφέροντος, όπως την πρόσβαση σε ιατρική φροντίδα, τότε η ανάλογη προσοχή πρέπει να επικεντρώνεται προς την πλήρη αναγνώριση και σεβασμό των εμπλεκόμενων καθιερωμένων δικαιωμάτων.
Εκτιμώντας το δύσκολο και επίπονο έργο των νοσηλευτών το οποίο αντιμετωπίζουν επί καθημερινής βάσης, υποστηρίζεται ότι φρασεολογικά θα ήταν συνετότερο εάν η ΠΑΣΥΝΟ εξέφραζε ιδανικότερα στο λεκτικό της ανακοίνωσής της πως, «χωρίς την κατάλληλη κρατική στήριξη από τους αρμόδιους φορείς, η εκδήλωση περιστατικών βίας, ελεγχόμενων και μη, θα δυσχεραίνει ουσιαστικά το δύσκολο και επίπονο έργο των νοσηλευτών, παρακωλύοντας και καθυστερώντας την ορθή εξάσκηση του δικαιώματος σε ιατρική φροντίδα με ανυπολόγιστες και ανεπιθύμητες συνέπειες προς τους ασθενείς».
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ
Δικηγόρος, Medical Law & Ethics LLM, University of Kent




