Η πολιτική της Τουρκίας και κατ’ επέκταση της ηγεσίας των Τουρκοκυπρίων είναι ολοκάθαρη. Τη διακηρύττουν συνεχώς και με κάθε ευκαιρία. Χωρίς να την παρασιωπούν για λόγους διπλωματικής σκοπιμότητας ή για να εμφανίζονται διαλλακτικοί. Με έμφαση τονίζουν ότι δεν αναγνωρίζουν την Κυπριακή Δημοκρατία, την οποία θεωρούν εκλιπούσα. Θεωρούν ότι στην Κύπρο υπάρχουν δυο κράτη, τα οποία θα δημιουργήσουν ένα νέο συνεταιρισμό, ένα νέο κράτος, που είναι διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα και θα αντικαταστήσει την εκλιπούσα, δήθεν, από το 1964 Κυπριακή Δημοκρατία.

Η δική μας ηγεσία, για την ακρίβεια ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, τα στελέχη του ΔΗΣΥ και του ΑΚΕΛ και η διαπραγματευτική ομάδα «αγρόν ηγόρασαν». Κάνουν ότι δεν ακούν τις δηλώσεις. Έχουν κλείσει τα αφτιά και τα μάτια και βλέπουν μόνο «το παράθυρο ευκαιρίας για λύση του Κυπριακού», και ακούνε μόνο τις δηλώσεις του Μπάιντεν και μερικών άλλων εταίρων, ότι πράγματι ο Ερντογάν έχει τη διάθεση να βοηθήσει για λύση του Κυπριακού. Κούνια που τους κούναγε. Συνεχίζουν ακάθεκτοι την πορεία προς τη λύση και την «επανένωση», σύμφωνα με τις ψευδαισθήσεις τους.

Στην πορεία, αυτοί που προχωρούν ακάθεκτοι αποδέχονται τα πάντα, για να διατηρήσουν «το καλό κλίμα των συνομιλιών» και να «κρατήσουν ανοικτό το παράθυρο της τελευταίας ευκαιρίας». Αποδέχτηκαν οι σφετεριστές των περιουσιών μας να ονομαστούν χρήστες/ιδιοκτήτες, αποδέχτηκαν να μετατρέψουν τη διακυβέρνηση σε καζαντί, αποδέχτηκαν τη σταδιακή αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων, δηλαδή την εσαεί παραμονή τους. Φυσικά για όλα τούτα θα μας πουν ότι τα βλέπουμε έτσι, επειδή δεν θέλουμε λύση, αλλά προτιμούμε τη διχοτόμηση.

Υπάρχουν όμως, κατά την άποψή μου, δυο απλά, βασικά θέματα, που η αποδοχή τους έχει ελάχιστη ή και καθόλου σημασία, αν πράγματι η τουρκική πλευρά θέλει λύση και επανένωση. Φυσικά αποκτούν ιδιαίτερη και βαρύνουσα σημασία, αν η τουρκική πλευρά ενδιαφέρεται για την αναγνώριση δυο κρατών, για τον έλεγχο της Κύπρου και για τη μεθοδική επανάκτησή της. Αυτά τα δυο θέματα, στα οποία η Τουρκία έδειξε την πραγματική διάθεση και στάση και δεν αποτελούν διαπραγματευτική τακτική είναι ο Διεθνής Κωδικός Κλήσεων της Κύπρου από τη μια και η ευρωπαϊκή ώρα από την άλλη. Και τα δυο όμως περνούν απαρατήρητα και σχεδόν ασχολίαστα από τους οπαδούς της όποιας λύσης.

Μπορεί η Τουρκία να επιμένει ότι η συνιστώσα πολιτεία της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας να έχει ως Διεθνή Κωδικό Κλήσεων τον κωδικό της Τουρκίας (00 90) και όχι της Κυπριακής Δημοκρατίας (00 357); Ακόμα και αν προσβλέπουν, όπως διακηρύσσουν, σε ένα νέο συνεταιρικό κράτος, είναι φυσικό το «νέο κράτος» να έχει ένα διεθνή κωδικό, τον υπάρχοντα. Όμως αυτοί στοχεύουν στην επανάκτηση της Κύπρου.

Μπορεί η τουρκοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία, που θα ανήκει τη Ε.Ε., να μην ακολουθεί την ώρα της Ευρώπης και της Κύπρου, αλλά να ακολουθεί την ώρα της Τουρκίας; Αυτό συμβαίνει, όμως, επειδή η τουρκική πλευρά προσβλέπει στην επανάκτηση της Κύπρου και στην ενσωμάτωσή της στην Τουρκία. Και θέλει από τώρα να γίνει καθαρό, ότι δεν αποδέχεται οτιδήποτε, το οποίο διεθνώς να αναγνωρίζεται ως χαρακτηριστικό της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι λόγοι της απόφασης δεν είναι πρακτικοί, όπως λέει ο κ. Ακιντζί. Είναι εξόχως πολιτικοί και αρκούντως αποκαλυπτικοί των τουρκικών στόχων.

Εξ όνυχος τον λέοντα των δύο κρατών, λοιπόν. Και εκ του Διεθνούς Κωδικού Κλήσεων και της ώρας Τουρκίας επιβεβαιώνεται η αδιάλλακτη τουρκική πολιτική της διάλυσης της Κ.Δ. και της επανάκτησης της Κύπρου. Αυτή την Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να υπερασπιστούμε και να διατηρήσουμε έναντι οιουδήποτε τιμήματος.