Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πηγές, ημερομηνίας 16.9.2016, εργοδοτούμενη υπέβαλε καταγγελία εναντίον εργοδότη της, ο οποίος, σύμφωνα με το περιεχόμενό της, ασκούσε πίεση σε γυναίκες που εργοδοτεί, ώστε να υπογράψουν σύμβαση - συμφωνία, κατά την οποία υποχρεώνονται να αποφύγουν την εγκυμοσύνη για 2-3 χρόνια.
Κατ' αρχάς, παρά το ότι το Άρθρο 26 του Κυπριακού Συντάγματος προνοεί την ελευθερία του «συμβάλλεσθαι», η εν λόγω ελευθερία υπόκειται σε εύλογους περιορισμούς. Σύμφωνα με βασικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων, όπως αναγνωρίζονται από την κυπριακή νομοθεσία του άρθρου 24 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 και την πάγια νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων, τα μέρη εμποδίζονται από το να αντλούν δικαιώματα και αξιώσεις μέσω παράνομων συμβάσεων.
Επομένως, είναι άξιον προσοχής πώς συμβόλαια τέτοιας φύσεως κατέστη δυνατόν να καταρτιστούν τη σήμερον ημέρα, όταν κάλλιστα η παρανομία τους παραβιάζει κατάφωρα την αξία άλλων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών. Εάν η εν λόγω καταγγελία ευσταθεί, παρατηρείται, εκτός του προκαλούμενου αποτροπιασμού, μια πληθώρα ερωτηματικών για τις εξευτελιστικές συνθήκες που περιβάλλουν ορισμένους χώρους εργασίας στην κυπριακή κοινωνία.
Σκοπός του παρόντος δημοσιεύματος δεν είναι απλώς να τονιστεί το περιεχόμενο του περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου Ν.100(I)/1997, όπου από τα συνδυασμένα άρθρα 4 (1)(α) και 9 του Νόμου παρέχεται ευκρινέστατο πλαίσιο προστασίας της εγκυμοσύνης, απαγορεύοντας στον εργοδότη, μέσω επιβολής χρηματικής ποινής ύψους μέχρι τεσσάρων χιλιάδων λιρών, από το να προβαίνει σε ενέργειες που υποσκάπτουν το εργασιακό καθεστώς της εργοδοτούμενης, κατά την περίοδο της αρχής της εγκυμοσύνης της μέχρι και τρεις μήνες μετά το πέρας της άδειας μητρότητας.
Απεναντίας, ο σκοπός του δημοσιεύματος είναι η κατάδειξη της «εργοδοτικής νοοτροπίας» και της έλλειψης κοινωνικής ευαισθησίας σε ορισμένους κυπριακούς εργασιακούς χώρους, όπως απεικονίζεται μέσα από την παραβίαση ευρύτερων νομοθετικών αρχών, αναγνωρισμένων τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο.
Γενικότερα, σε διεθνές επίπεδο, το Διεθνές Συνέδριο του Καΐρου για τον Πληθυσμό και την Ανάπτυξη (ICPD-1994), καθόρισε στην παράγραφο 7.3. του προγράμματος δράσης πως τα αναπαραγωγικά δικαιώματα (όπως η ελεύθερη απόφαση για τον αριθμό παιδιών, καθώς και η εκλογή του χρόνου εγκυμοσύνης) είναι έννοιες συνυφασμένες με ορισμένα ανθρώπινα δικαιώματα, ήδη αναγνωρισμένα από εθνικά και διεθνή νομοθετικά κείμενα, καθώς και από διάφορα άλλα συναινετικά έγγραφα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.
Συγκεκριμένα, και ως πιο σχετικό, το άρθρο 16(3) της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ορίζει την οικογένεια ως το φυσικό και βασικό στοιχείο της κοινωνίας, προστατευόμενο από την ίδια την κοινωνία και το κράτος.
Πέρα από τις ανωτέρω διεθνείς προσεγγίσεις, αξίζει παράλληλα να αναφερθούν οι σχετικές συνταγματικές επιταγές του Κυπριακού Συντάγματος. Σε εθνικό επίπεδο, οι διατάξεις του Μέρους ΙΙ, περί των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Ελευθεριών, που αφορούν την εν λόγω καταγγελία, φαίνονται κατ' αρχάς από το Άρθρο 15, το οποίο καθιερώνει τον σεβασμό στο δικαίωμα της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, καθώς και από το Άρθρο 22, το οποίο καθιερώνει την ελευθερία ατόμου που συμπληρώνει την προς γάμον ηλικία, όπως συνάψει γάμο και ιδρύσει τη δική του οικογένεια.
Παράλληλα, όμως, ακαδημαϊκές πηγές, και ειδικότερα στο πλαίσιο της βιοηθικής, ορίζουν πως η αναπαραγωγική αυτονομία (reproductive liberty or autonomy) συνδέεται στενά, όχι μόνο με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και ταυτότητα, αλλά και με τη σωματική ακεραιότητα της γυναίκας, καθώς επίσης το εν λόγω είδος αυτονομίας υποβοηθά το άτομο προς τη γενικότερη θεώρηση του νοήματος της ζωής.
Σύμφωνα με τις πιο πάνω ακαδημαϊκές πηγές, και ιδιαιτέρως ενόψει των πιο πάνω διεθνών νομοθετικών αρχών, είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί πως η αναπαραγωγική αυτονομία είναι αλληλένδετα συνδεδεμένη με περαιτέρω ανθρώπινα δικαιώματα του Κυπριακού Συντάγματος. Εν προκειμένω, μπορεί να υποστηριχτεί πως η αναπαραγωγική αυτονομία της γυναίκας συνδέεται με τα δικαιώματα της διασφάλισης της σωματικής ακεραιότητος, της απαγόρευσης ταπεινωτικής τιμωρίας η μεταχείρισης, και της αποφυγής της οποιασδήποτε κατάστασης δουλείας ή υποτέλειας, δικαιώματα που καθιερώνονται αντιστοίχως υπό τα άρθρα 7(2), 8 και 10 του Κυπριακού Συντάγματος.
Με εξαίρεση το εν λόγω περιστατικό, θα φαινόταν αχρείαστη η παρούσα αναφορά στην ισχύ της αναπαραγωγικής αυτονομίας της γυναίκας μέσω των πιο πάνω πηγών. Αν μη τι άλλο, η ισχύς και διαφύλαξή της πηγάζει από την κοινή λογική. Σε αντιδιαστολή, όμως, όταν εργοδοτικές συμπεριφορές παρουσιάζουν έλλειψη στοιχειώδους συμπεριφοράς και ανθρώπινης κατανόησης, αγνοώντας βασικές νομικές αρχές με το «να συμφωνούνται τα ασυμφώνητα», το ελάχιστο μέτρο προς αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης φαίνεται πως είναι, μεταξύ άλλων, η διευκρίνιση των αυτονόητων.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ
Δικηγόρος




