Να ’χεις καβαντζάρει κάποια… ήντα και να σου ’ρχεται κατακέφαλα η είδηση: Για πρώτη φορά το Διεθνές Δίκτυο Παρεμπόδισης Κακομεταχείρισης των Ηλικιωμένων, ο ΟΗΕ και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, θεσπίζουν Παγκόσμια Ημέρα Κατά Της Κακομεταχείρισης Των Ηλικιωμένων.
Βαθύς αναστεναγμός! Χρόνια τώρα η πρώτη βδομάδα του Οκτώβρη, αφιερωμένη στα «τιμημένα γηρατειά», που αλίμονο, ναι, υπήρξαν κάποτε «θαλερά νιάτα» κι έγιναν με τα χρόνια άστα να πάνε. Αλλά φέτος τα πράγματα αγρίεψαν: Στη Διακήρυξη τονίζεται πως η κακομεταχείριση των ηλικιωμένων «είναι το μείζον κοινωνικό πρόβλημα της εποχής μας, το οποίο θα επιδεινωθεί με την άνοδο του προσδόκιμου ζωής, τη γήρανση του πληθυσμού και την οικονομική κρίση (μάστιγα των νότιων χωρών της Ευρώπης)».
Διαβάζεις στη Διακήρυξη: Σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη, οι ηλικιωμένοι έχουν δικαίωμα σε αξιοπρεπή σύνταξη, ικανοποιητικό βιοτικό επίπεδο, κοινωνική προστασία κάθε μορφής.
Ανατριχιάζεις με την πραγματικότητα. Πανευρωπαϊκά φαινόμενα: Άσκηση βίας κατά των ηλικιωμένων. Αύξηση της ανέχειας, της επαιτείας, θάνατοι από στρες και παραμέληση, αυτοκτονίες. Όσα φανερώνονται! Τα «εν κρυπτώ και παραβύστω» καλά κουκουλωμένα.
Στην Κύπρο του μετακουρέματος, των περικοπών, των μειωμένων συντάξεων και επιδομάτων, των κοινωνικών παντοπωλείων, τι; «Να ζήσεις, να γεράσεις τζιαι ψουμίν να μεν χορτάσεις» η πειραχτική «ευχή» ανάμεσα σε φίλους, σαρκασμός σε μια εποχή φτώχιας, απραξίας, ανασφάλειας.
Ποιος να το ’λεγε ύστερα από δεκάδες χρόνια δουλειάς των σημερινών ηλικιωμένων, με στερήσεις, πρώτα «χαλάλιν των παιδιών», ύστερα «χαλάλιν των εγγονιών», ποιος να το ’λεγε πως χιλιάδες θα το ξαναζούσαν. Οι τότε ολοζώντανοι πρόσφυγες που στήριξαν γονιούς και παιδιά, που ξενιτεύτηκαν και δούλεψαν σκυλίσια, να προσθέτουν στο φορτίο της απώλειας αγαπημένων, του ξεριζωμού, τη φθορά του χρόνου και να βλέπουν τ’ απίστευτα:
Τα παιδιά τους με σπουδές και πτυχία άνεργα, τα εγγόνια τους να μεταναστεύουν, ή να περιμένουν ένα χαρτζιλίκι για τα καθημερινά απ’ τους παππούδες και τις γιαγιάδες. Και καλά να ’χουν. Και καλά να επιβιώνουν με σύστημα υγείας-φάντασμα, δέκα χρόνια τώρα, με αδιανόητες ταλαιπωρίες σε νοσοκομεία, με κίνδυνο άκαιρης αναχώρησης για τας αιωνίους μονάς.
Οι χιλιάδες «φιλοξενούμενοι» σε στέγες ευγηρίας όλο και λιγοστεύουν, με τις περικοπές και την ανεργία τα παιδιά δεν δύνανται. Τα τροφεία δυσβάσταχτα. Εντάξει, αγιογραφίες δεν κάνουμε, συχνά «δύσκολος» ο ηλικιωμένος, γιατί διψά για κάποιον που να «διαβάζει πίσω από τις λέξεις», να ’χει χρόνο, υπομονή, αντοχή, αντίδωρο σ’ όσα εκείνος πρόσφερε. Να μου πεις πού να τα βρούμε μ’ όσα ζούμε τα τελευταία χρόνια;
Έλα μου ντε! Όσοι ηλικιωμένοι μπορούν με τις δυνάμεις τους στηρίζουν τις εθελοντικές οργανώσεις και τα Συμβούλια Κοινοτικής Ευημερίας (που κι αυτά συρρικνώνονται), γιατί λαχταρούν παρέα, μια εκδρομή, μια βόλτα. Η άτιμη η καρδιά το ’χει το κουσούρι να μην ακολουθεί τη σάρκα στη φθορά. Όσο η δεύτερη καταρρέει, η πρώτη θεριεύει! Αντινομία μεγίστη αυτό!
Όραμα των οργανώσεων των ηλικιωμένων καλύτερη κοινωνική μέριμνα, επαναφορά της κοινωνικής κάρτας για δωρεάν μεταφορά, δωρεάν είσοδο σε χώρους ψυχαγωγίας, διευκόλυνση και σωστή εξυπηρέτηση σε κρατικές υπηρεσίες, διακοπές με χαμηλές τιμές σε χώρους προσβάσιμους, αλλά κυρίως:
Εθνικό Σχέδιο Δράσης, που να προωθεί καλύτερη επικοινωνία με τους νεότερους, αξιοποίηση γνώσεων και πείρας, τόνωση του ηθικού, επίπεδο ζωής μέχρι την ύστατη ώρα και χώρο στην αξιοπρέπεια τού να αποχαιρετά κανείς «σαν ώριμος, σαν θαρραλέος», όχι την Αλεξάνδρεια του Καβάφη, μα τον μάταιο τούτο κόσμο.
Α, ναι, αχρείαστη να ’ναι η παλιά ρήση, μα άστην να μας βρίσκεται: «Εκεί που είσαι ήμουνα κι εδώ που είμαι θα ’ρθεις» (πίστεψέ με ώσπου να πεις κύμινο). Και, μακάρι, εσύ να μη ζήσεις, ώσπου να φτάσεις εδώ που είμαστε εμείς, όσα πικρά ζήσαμε.
ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ
Πρόεδρος της Επιτροπής Κοινωνικής Πρόνοιας της Βουλής των Γερόντων




