Η μεγάλη οικονομική κρίση στην Ελλάδα διανύει ήδη το τέλος του όγδοου χρόνου από την έναρξή της. Ξεκίνησε από την εποχή του Κώστα Καραμανλή το 2008, συνειδητοποιήθηκε και άρχισε προσπάθεια αντιμετώπισής της με την αποδοχή του πρώτου Μνημονίου από την κυβέρνηση Γιώργου Παπανδρέου το 2010, φάνηκε να αντιμετωπίζεται επί της κυβέρνησης Αντώνη Σαμαρά με το Δεύτερο Μνημόνιο το 2013, και έφτασε σε κρίσιμη επιδείνωση επί πρωθυπουργίας του Αλέξη Τσίπρα με την περιπετειώδη αποδοχή του Τρίτου Μνημονίου το 2015.

Στις 21 Αυγούστου 2016 ο αρχισυντάκτης της «Καθημερινής» των Αθηνών Αλέξης Παπαχελάς δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο «Ο λαϊκισμός ροκανίζει τη χώρα», στο οποίο κατηγορεί τον πρωθυπουργό ότι ποτέ δεν κατάρτισε ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο και ότι το μόνο που ετοιμάζει είναι ένα «σχεδίασμα δύο-τριών εβδομάδων ή και ημερών ακόμα», με μοναδικό «στόχο να ικανοποιηθεί μια εκλογική πελατεία και η πολιτική επιβίωση».

Το άρθρο τελειώνει με την παρατήρηση ότι η σωτηρία της χώρας «δεν είναι υπόθεση ενός κόμματος ή ενός πολιτικού ηγέτη» και ότι για να σωθεί χρειάζεται ένα «σχέδιο απτό και ρεαλιστικό», στην κατάρτιση του οποίου πρέπει να βοηθήσουν «τα καλύτερα ελληνικά μυαλά, εντός και εκτός Ελλάδος».

Η πρόταση αυτή για ετοιμασία σχεδίου εθνικής σωτηρίας σχολιάστηκε με εκτενή σχόλια από τριάντα αναγνώστες της ηλεκτρονικής έκδοσης της εφημερίδας. Επειδή θεώρησα το θέμα πολύ ζωτικής σημασίας και επειδή τα σχόλια ήταν αρκετά και ενδιαφέροντα και κάλυπταν ένα ευρύ φάσμα προτάσεων, σκέφθηκα να τα δω ώς σε κάποιο βαθμό αντιπροσωπευτικά των σημερινών τάσεων της κοινής γνώμης.

Ξέρω καλά ότι κάτι τέτοιο είναι παρατραβηγμένο, επειδή το δείγμα είναι πολύ μικρό και, επομένως, τα ευρήματα της επισκόπησης δεν έχουν μεγάλη αξιοπιστία. Πιστεύω ωστόσο ότι παρέχουν κάποια ένδειξη σχετικά με τον βαθμό στον οποίο οι ταλαιπωρίες και οι απογοητεύσεις οκτώ χρόνων Μνημονίων και λιτότητας, από τη μια, και το γεγονός ότι δεν σημειώθηκε ακόμα κάποια αξιόλογη ανάπτυξη (η έρευνα του γερμανικού Ινστιτούτου Bertelsmann Stiftung, 2016, έδειξε ότι στον τομέα της οικονομίας η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση μεταξύ 41 χωρών), από την άλλη, επηρέασαν τη στάση της ελληνικής κοινωνίας.

Από τα τριάντα σχόλια τα δέκα ήταν απλώς κατηγορίες εναντίον των προηγούμενων κυβερνήσεων που οι σχολιαστές θεωρούσαν υπεύθυνες για την κρίση, δύο ήταν διατύπωση ευσεβοποθισμού (σταματήστε τους φόρους και αφήστε τον κόσμο να ανασάνει), οκτώ ήταν έκφραση πλήρους απαισιοδοξίας («τίποτα δεν μπορεί να γίνει», «πικρή γεύση, δεν υπάρχει τίποτα στον ορίζοντα», «ο λαϊκισμός είναι ανίκητος», «η κουλτούρα του Νεοέλληνα καθορίζει το πνεύμα», «ο λαϊκισμός ξεκινά από την οικογένεια»), έξι ήταν ρομαντικές προτάσεις για μακροπρόθεσμη λύση, δύο πρότειναν εξτρεμιστικές αντιδημοκρατικές λύσεις και δύο πρότειναν πρακτικές προτάσεις για αντιμετώπιση της κατάστασης.

Οι ρομαντικές προτάσεις κινούνται στα συνηθισμένα πλαίσια της ανέξοδης πολιτικής ρητορείας. Μια πρώτη μιλούσε αορίστως για τον ελληνικό λαό που θα δικαιώσει τους νεκρούς του, μια δεύτερη πρότεινε «συνεχή παίδευση του καθενός μας προς επίτευξη του εμείς και όχι του εγώ», μια τρίτη να «αλλάξουμε τον ίδιο τον εαυτό μας πριν να αλλάξουμε τον ελληνικό λαό», μια τέταρτη να «σχηματισθεί ένα FORUM για την ανόρθωση της Ελλάδας, στο οποίο να συμμετέχουν όλες οι σχετικές με το θέμα προσωπικότητες, όχι μόνο οι οικονομολόγοι (κοινωνιολόγοι, ψυχολόγοι, παιδαγωγοί, πολιτικοί επιστήμονες, ιστορικοί και γενικά ακαδημαϊκοί με ιδιαίτερο ταλέντο), μια πέμπτη πρότεινε το ίδιο αλλά μόνο με οικονομολόγους, και μια έκτη πρότεινε εξυγίανση «του δημοσίου σε όλα [...] με διορισμό κατόπιν αξιοκρατικού διαγωνισμού άξιων, φιλόδοξων κα καταρτισμένων υπαλλήλων» και υποστήριξε ότι «και μόνο με αυτήν τη θαυματουργική κίνηση θα αυξηθεί κάθετα η παραγωγικότητα στο δημόσιο, .. θα μειωθεί το λειτουργικό κόστος και το αίσθημα της αδικίας».

Δύο αναγνώστες πρότειναν εξτρεμιστικές αντιδημοκρατικές λύσεις. Ο πρώτος πρότεινε, όπως τις χαρακτηρίζει ο ίδιος, «κακές νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις που θα τσακίσουν το κράτος [...] και ιδιωτικοποιήσεις παντού και ανάληψη υπευθυνότητας από τον πολίτη για την ίδια του τη ζωή». Ο δεύτερος πρότεινε ακριβώς το αντίθετο, να περιοριστεί η ιδιωτική οικονομία και οι εξουσίες της ελίτ, η οποία είναι υπεύθυνη για «την έλλειψη παραγωγικών επενδύσεων», και τη ρύθμιση της ελεύθερης αγοράς να αναλάβει το κράτος «όπως στη Σουηδία και τη Δανία».

Τέλος, δύο αναγνώστες πρότειναν πρακτικές λύσεις. Ο ένας υποστήριξε ότι πρέπει να σταματήσουμε να ζητούμε εκθέσεις και «ουρανοκατέβατη ευτυχία». Όπως υποστήριξε, η Ελλάδα δεν χρειάζεται «ανθρώπους που θα μας ενθουσιάσουν αλλά ανθρώπους που θα μας εξηγήσουν γιατί πρέπει και το πώς θα πετύχουμε κάτι». Και ο δεύτερος μίλησε εναντίον των ακαδημαϊκών εκθέσεων γιατί, όπως λέγει, «η πολιτική δεν είναι σεμινάριο οικονομολόγων αλλά διαβούλευση και σύγκρουση διαφορετικών απόψεων».

Η παρουσίαση των απόψεων αυτών, όσο και αν κατά τεκμήριο δεν είναι αντιπροσωπευτικές, φανερώνουν ότι πολλοί Έλληνες πολίτες δεν φαίνονται να είναι διατεθειμένοι να μπουν σε ένα ρεαλιστικό διάλογο για μια σύντομη και πρακτική λύση. Εξακολουθούν να πιστεύουν πως υπάρχει μια εύκολη και μαγική λύση που θα απελευθερώσει αυτόματα τη χώρα από το χρέος και τα Μνημόνια, και πως αν διαβουλευθούν «τα καλύτερα ελληνικά μυαλά, εντός και εκτός Ελλάδος», θα μπορέσουν να τη βρουν. Αυτό σημαίνει ότι η προϋπόθεση που ο Παπαχελάς στο αναφερθέν άρθρο του θεωρεί αναγκαία, «να πεισθεί ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας» για τον ορθό τρόπο λύσης, δεν εξασφαλίζεται.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΕΡΣΙΑΝΗΣ