Λύση που να διαφυλάξει την Κυπριακή Δημοκρατία αλλά κύρια και την υπεροχή του κοινοτικού δικαίου

Το δοτό Σύνταγμα του 1960 προέβλεψε ότι υπέρτατος Νόμος του Κράτους είναι το ίδιο το Σύνταγμα. Αρχή δικαίου που ισχύει σ’ όλα τα δημοκρατικά κράτη που έχουν Σύνταγμα. Αρχή που επιβεβαιώθηκε άλλωστε κατ’ επανάληψιν από τη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Με την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας τον Μάιο του 2004 στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ουσιαστικά κατέστη υπέρτατο και του Συντάγματός μας το Κοινοτικό Δίκαιο. Η ίδια δε η νομοθετική εξουσία της Κυπριακής Δημοκρατίας, με κάποια καθυστέρηση, ψήφισε την 5η Τροποποίηση του Συντάγματος και εισήγαγε με το Ν.127(Ι)/2006 το νέο άρθρο 1Α, που προβλέπει την υπεροχή του Κοινοτικού Δικαίου.

Είναι γεγονός ότι ο νομοθέτης επέλεξε να χρησιμοποιήσει μιαν «αρνητική» διατύπωση, «ουδεμία διάταξη του Συντάγματος θεωρείται ότι... εμποδίζει Κανονισμούς, Οδηγίες ή άλλες πράξεις ή δεσμευτικά μέτρα νομοθετικού χαρακτήρα που θεσπίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή από τα θεσμικά τους όργανα...», πλην όμως η τροποποίηση αυτή αποτελούσε εκπλήρωση καθήκοντος, το οποίο έχει κάθε χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι λόγοι αυτής της υποχρέωσης, επεξηγήθηκαν στον ίδιο τον Τροποποιητικό Νόμο στο προοίμιο του, όπου μεταξύ άλλων καταγράφηκαν και τα εξής:

«ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ η Δημοκρατία, δυνάμει του άρθρου 2 της προσαρτημένης στη Συνθήκη Προσχώρησης Πράξης περί των Όρων Προσχωρήσεώς της ... δεσμεύεται και οφείλει να εφαρμόσει τις διατάξεις των Συνθηκών περί Ιδρύσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως επίσης και τις πράξεις των οργάνων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ η Δημοκρατία, ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρέπει να είναι σε θέση να ασκεί κάθε επιλογή και διακριτική ευχέρεια που της προσφέρονται από το δίκαιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ υπάρχουν διατάξεις του Συντάγματος οι οποίες είναι ασυμβίβαστες με την ικανότητα της Δημοκρατίας να συμμορφώνεται με τις προαναφερθείσες δεσμεύσεις και υποχρεώσεις της και θέτουν εμπόδια στη δυνατότητα της Δημοκρατίας να ασκήσει τις επιλογές και τη διακριτική ευχέρεια που της παρέχονται υπό την ιδιότητά της ως κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Μια λοιπόν σαφέστατη επιβεβαίωση της δέσμευσης και οφειλομένης συμμόρφωσης της Δημοκρατίας κατά τους όρους προσχώρησης, που δέσμευε όλους μας και η οποία προφανώς δεν μπορεί να αγνοηθεί στην όποια αναζητούμενη, με τις εντατικές και άλλες συνομιλίες, μετεξέλιξη (τροποποίηση του Συντάγματος) ως μορφή της όποιας λύσης.

Άρα, το απλό ερώτημα που προκύπτει δεν αφορά μόνο στο εάν οι έχοντες εξουσία τηρούν το καθήκον της πιστής εφαρμογής του Συντάγματος και στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης για τη λύση, αλλά εάν πρόσθετα ενεργούν σύμφωνα με εξουσία που παρέχει και δεσμεύει μια χώρα μέλος το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η όποια «σύγκλιση» που περιέχει κατάργηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων με την όποια λύση οραματίζονται το νόμιμο Κράτος και το παράνομο καθεστώς, που η Τουρκία επέβαλε στην υπό κατοχή περιοχή, δεν μπορούν να αγνοήσουν αυτή την υποχρέωση, αλλά και το κεκτημένο υπέρ του κυρίαρχου λαού.

Ας διερωτηθούν, λοιπόν, όχι μόνο οι Κερυνειώτες και οι άλλοι πρόσφυγες, αλλά κύρια ο κάθε απλός πολίτης των 27 χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για το εάν θα ανεχθούν οι ίδιοι και εάν τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα επιτρέψουν, μη διασφάλιση όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του κεκτημένου.

Αν οι άλλοι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι κυβερνήσεις τους αδιαφορούν, ας αναζητήσουμε εμείς οι άμεσα ενδιαφερόμενοι την ανάγκη η όποια λύση όχι μόνο να αποβλέπει στη διατήρηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά κύρια να διαφυλάττει κάθε πρόνοια περί την υπεροχή του Κοινοτικού Δικαίου. Προφανώς δεν αρκεί η επιδίωξη διαφύλαξης της Κυπριακής Δημοκρατίας (αντί παρθενογένεσης) αλλά η όποια μετεξέλιξη θα πρέπει (ως νέο Σύνταγμα), να σέβεται την υπεροχή του κοινοτικού κεκτημένου.

ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος