Τα Υπουργεία ανταποκρίθηκαν στα κελεύσματα των καιρών κι οι θεσμοί, παλιοί και νέοι, αποδείχθηκαν χρήσιμοι όχι μόνο κατά τη διάρκεια της έκτακτης κατάστασης, αλλά κι αργότερα, στην προώθηση της σταθεροποίησης κι ανάπτυξης της Κύπρου. Οι κυριότεροι αντικειμενικοί σκοποί του Έκτακτου Σχεδίου, 1975-1976, ήταν:

Αναπλήρωση όσο το δυνατό μεγαλύτερου μέρους της απολεσθείσας παραγωγής και τόνωση των επενδύσεων,

Αναπλήρωση κι εξοικονόμηση όσο το δυνατό περισσότερων συναλλαγματικών αποθεμάτων,

Δημιουργία ευκαιριών απασχόλησης επί προσωρινής ή μόνιμης βάσης όσο το δυνατό περισσότερων ατόμων,

Δικαιότερη κατανομή των οικονομικών βαρών που προέκυψαν και εξασφάλιση ενός κατώτατου αποδεκτού επιπέδου διαβιώσεως για ολόκληρο τον πληθυσμό.

Το Σχέδιο αναφέρετο στην ανάγκη αναπροσαρμογής της παραγωγής προς την κατεύθυνση προώθησης μεγαλύτερου αριθμού έργων/σχεδίων έντασης εργασίας, αύξησης των εξαγωγών, συμπίεσης κατά το δυνατό των καταναλωτικών δαπανών, υποβοήθησης/ενθάρρυνσης του ιδιωτικού τομέα και ενεργότερης συμμετοχής του δημόσιου τομέα στην οικονομική διαδικασία. Η όλη προσπάθεια θα ενισχυόταν από μια επεκτατική δημοσιονομική και πιστωτική πολιτική.

Παρά τις τρομακτικές οικονομικο-κοινωνικές επιπτώσεις της εισβολής, η Κύπρος κατόρθωσε να επιβιώσει και να δραστηριοποιηθεί, ενώ τα αποτελέσματα του Πρώτου Έκτακτου Σχεδίου υπήρξαν αξιόλογα σε όλους τους τομείς. Η επίτευξη ενός υψηλού ρυθμού οικονομικής ανόδου υπό συνθήκες εσωτερικής κι εξωτερικής νομισματικής σταθερότητας υπήρξε το κύριο χαρακτηριστικό των οικονομικών εξελίξεων. Το επίτευγμα τούτο καθίσταται ακόμη πιο σημαντικό, αν ληφθεί υπόψη ότι η ανάκαμψη πραγματοποιήθηκε ταυτόχρονα με σημαντική επέκταση του όγκου των κοινωνικών δαπανών του δημόσιου τομέα.

Στη διάρκεια του Σχεδίου σημειώθηκε σημαντική ανάκτηση του απολεσθέντος ΑΕΠ του 1973, μειώθηκε σε ικανοποιητικό βαθμό η ανεργία, ανέκαμψε η δραστηριότητα γύρω από τη δημιουργία πάγιων επενδύσεων παρά την αβεβαιότητα που επέβαλλαν οι πολιτικές συνθήκες, ενώ οι εξαγωγές υπερέβησαν κατά πολύ εκείνες του 1973 και το ισοζύγιο πληρωμών κατέστη πλεονασματικό το 1976. Παρά το γεγονός ότι η περίοδος αυτή ήταν περίοδος ταχείας επαναδραστηριοποίησης, η αύξηση των τιμών λιανικής πώλησης συγκρατήθηκε σε σχετικά χαμηλά επίπεδα.

Παράλληλα, εφαρμόστηκε με μεγάλη επιτυχία η αναθεωρημένη κυβερνητική κοινωνική πολιτική, η οποία αποσκοπούσε στην παροχή ποικιλόμορφης ανακούφισης και προσωρινής στέγασης στους εκτοπισθέντες για την εξασφάλιση ενός κατώτατου αποδεκτού επιπέδου διαβίωσης, καθώς και την πιο ισομερή κατανομή των οικονομικών βαρών της εισβολής. Η πολιτική αυτή προωθήθηκε με σημαντική αύξηση του όγκου των κοινωνικών δαπανών του Κράτους υπό μορφή απευθείας μεταβίβασης εισοδήματος και δωρεάν παροχής βασικών ειδών και κοινωνικών υπηρεσιών, όπως στέγασης, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, παιδείας κ.λπ.

Το ύψος των κοινωνικών παροχών ως ποσοστό του ΑΕΠ σχεδόν διπλασιάστηκε το 1976 σε σύγκριση με το 1973. Μέχρι το τέλος του 1976 υπολογίστηκε ότι έγινε κατορθωτή η στέγαση 9.500 οικογενειών εκτοπισθέντων μέσω των σχεδίων ανέγερσης χαμηλού κόστους κατοικιών, αυτοστέγασης κι επιδιόρθωσης τουρκοκυπριακών κατοικιών.

H πολιτική δικαιότερης κατανομής των βαρών επιδιώχθηκε με τη χρηματοδότηση των επιπρόσθετων κοινωνικών δαπανών από τις παραγωγικά απασχολούμενες τάξεις του λαού με έκτακτη νομοθεσία (μείωση των αμοιβών των εργατοϋπαλλήλων, έκτακτη εισφορά αυτοεργοδοτουμένων κι επιχειρηματικών τάξεων, έλεγχο ενοικίων, παροχή ανακούφισης επί των χρεών των εκτοπισθέντων οφειλετών, αναδιάρθρωση των επιτοκίων), μέσω του υφιστάμενου φορολογικού συστήματος, καθώς και της διοχέτευσης της εξωτερικής οικονομικής βοήθειας προς τους εκτοπισθέντες.

Η συνεχής θεώρηση του μέλλοντος κι η αναζήτηση νέων διεξόδων ανάπτυξης/προόδου της Κύπρου έδιδαν μιαν άλλη διάσταση στο έργο του Γραφείου Προγραμματισμού. Ασφαλώς οι διεθνείς εξελίξεις κι οι τεχνολογικές και άλλες αλλαγές δημιούργησαν νέες προοπτικές, νέες ευκαιρίες και έδωσαν σύγχρονες μορφές λύσεων. Όμως, από την πιο πάνω εκλεκτική ανασκόπηση του έργου και των τοποθετήσεων του Γραφείου σε καίρια θέματα μπορεί αβίαστα να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι, κρίνοντάς τις εκ των υστέρων, ήταν γενικά προς την ορθή κατεύθυνση. Καμιά φορά χαριτολογώντας αναφέρω ότι η μόνη εξέλιξη που δεν προβλέψαμε στα Σχέδια Ανάπτυξης ήταν η ανάπτυξη της ελεύθερης ραδιοφωνίας-τηλεόρασης.

Στον τομέα αυτό επιμέναμε να αναπτύξουμε κι εκσυγχρονίσουμε το ΡΙΚ. Θεωρούσαμε ότι η ενημέρωση, η επιμόρφωση κι η ψυχαγωγία του κοινού ήταν υπόθεση που δεν μπορούσε να αφεθεί στις προσωπικές επιδιώξεις ορισμένων ιδιωτών και την αγορά.

Όταν, βέβαια, παρουσιάστηκε η πρώτη αίτηση για ίδρυση ιδιωτικού καναλιού τηλεόρασης στις αρχές της δεκαετίας του 1990 την υποστήριξα, νοουμένου ότι θα υπάρχει ο σχετικός έλεγχος από μέρους της Πολιτείας.

Ως μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής Προγραμμάτων του ΡΙΚ, μετά την εισβολή, προσπάθησα να υιοθετηθούν κάποιες αρχές λειτουργίας του, ώστε να εκπέμπονται τα κατάλληλα μηνύματα κατά την τιτάνια εκείνη προσπάθεια της ανασυγκρότησης/επαναδραστηριοποίησης. Πέραν της υιοθέτησης του βραχύβιου εκείνου συνθήματος του «Δεν ξεχνώ» και της επαναφοράς των εκπομπών προς τους Τ/κυπρίους, εκτός από τα πληροφοριακά προγράμματα, το ΡΙΚ συνέχιζε να μεταδίδει το ίδιο μείγμα προγραμμάτων όπως και πριν από την εισβολή.

Όπως ανέφερα στην επιστολή παραίτησής μου από την Επιτροπή το 1978: «...πρέπει απαραίτητα να γίνουν πολλές προσπάθειες, ώστε τα προγράμματα ... να συνάδουν με την κατάσταση που υπάρχει στην Κύπρο εδώ και τέσσερα χρόνια. Εκτός από τα πληροφοριακά προγράμματα για το τι συμβαίνει στον τόπο μας... η όλη δομή τους πρέπει να είναι τέτοια που να τονώνουν τον αγώνα που γίνεται.

Πρέπει να καταβληθεί προσπάθεια, ώστε σχεδόν όλα να μεταδίδουν κάποιο ‘μήνυμα’, π.χ. μήνυμα αγωνιστικότητας, καρτερίας, αλληλεγγύης, υπομονής, επιμονής, λιτότητας, θυσίας, αυταπάρνησης και γενικά κάθε τι που είναι απαραίτητο για την τόνωση του ηθικού του λαού στον αγώνα που διεξάγει...».

ΔΡ ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com