Όταν ακούω τις λέξεις «κυρίαρχο κράτος...» αυτό που αντιλαμβάνομαι είναι ότι δεν θα υπάρχουν ξένοι στρατοί ή εγγυητές και καμιά υποχρέωση ή εξάρτηση από άλλη χώρα.

Σε μια δημοκρατία, όσοι εκμεταλλεύτηκαν θεσμούς, καταχράστηκαν υψηλόβαθμες θέσεις πλουτίζοντας, έβαλαν το λιθαράκι τους στις διάφορες τραγωδίες, παιδιά που αρνούνται να κάνουν στρατιωτική θητεία, ενώ είναι υγιέστατα και γονιοί που επικροτούν και τα βοηθούν να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους προς την πατρίδα, δεν πρέπει να δικαιούνται ψήφο, ούτε σε ένα δημοψήφισμα για το μέλλον αυτού του τόπου.

Το δικαίωμα ψήφου, ελεύθερης σκέψης και οι απαιτήσεις σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα απορρέουν από την τήρηση των υποχρεώσεων προς αυτό.

Όσα δημόσια πρόσωπα ζητούν συγγνώμη για τα εγκλήματα Ελληνοκυπρίων, πρώτα να ζητήσουν συγγνώμη σε όλα τα αμούστακα παιδιά, που έπεσαν υπερασπιζόμενοι όλα αυτά που καπηλεύτηκαν μετέπειτα εκείνοι. Συγγνώμη, στους εν ψυχρώ δολοφονηθέντες, στους αγνοουμένους, στον κάθε πρόσφυγα που άλλαξαν τη μοίρα του και των απογόνων του, και μετά να κάνουν ένα απολογισμό της δικής τους χλιδάτης διαδρομής και εκμετάλλευσης καταστάσεων.

Αν καλύπτουμε κάθε ατόπημα, δικαιολογούμε πολιτικοκοινωνικά εγκλήματα και κάθε αποφυγή των υποχρεώσεων, τότε είμαστε συνένοχοι στην κατάλυση της δημοκρατίας.

Το θέμα δεν είναι τι εξουσίες θα μοιραστούν και ποιες συγκλίσεις θα ανακαλύψουμε, αλλά πόσο Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι αγαπούν αυτό τον τόπο σαν κοινή πατρίδα και θα διαφυλάττουν ως κόρη οφθαλμού την κυριαρχία, την ταυτότητα και την ελευθερία σε μια μετεξέλιξη της ήδη διαβρωμένης δημοκρατίας.

Αν η επανένωση του νησιού δεν βασίζεται στην άνευ όρων θέληση όλων των κατοίκων, αλλά βασίζεται σε συγκλίσεις, νομικές παραγράφους, τελείες και κόμματα, που για τον απλό πολίτη δεν είναι κατανοητά, αυτό ισοδυναμεί με το κτίσιμο ονείρων σε κινούμενη άμμο.

Ας μην περιμένουμε από κανένα να αγαπήσει αυτό τον τόπο περισσότερο από εμάς, για εμάς.