Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, οι Βουλευτές και οι Υπουργοί δίνουν, κατά το Σύνταγμα, πριν από την ανάληψη των αρμοδιοτήτων τους τη διαβεβαίωση για σεβασμό και πίστη στο Σύνταγμα και στη διατήρηση της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Δημοκρατίας της Κύπρου. Αυτή η διαβεβαίωση παραβιάστηκε από τον Τουρκοκύπριο Αντιπρόεδρο, τους Τουρκοκύπριους Υπουργούς και τους Τουρκοκύπριους Βουλευτές, όχι τυχαία και ατιμώρητα, τον Δεκέμβρη του 1963, όταν μεθοδευμένα εγκατέλειψαν τα καθήκοντά τους και τις θέσεις τους, με στόχο να καταρρεύσει το Κράτος, αφού δεν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν με την προβλεπόμενη σύνθεση τα θεσμικά όργανά του κατά το Σύνταγμα.
Αν μπορούσε κάποιος να μεταφέρει τον Δεκέμβρη του 1963 στον Ιούλιο του 2016 και εάν, αντί του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, Πρόεδρος ήταν ο κ. Ερντογάν, ο καθένας μας μπορεί να διανοηθεί τί θα συνέβαινε σ’ αυτούς που επέβαλαν αυτήν την Τουρκαντασία. Το νόμιμο Κράτος φρόντισε να διασώσει ό,τι πιο πολύτιμο είχε, την ύπαρξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία έκτοτε συνεχώς παραμένει στο στόχαστρο των εχθρικών διαθέσεων της Τουρκίας.
Γι’ αυτό μπροστά στον προφανή κίνδυνο της κατάρρευσης όλων των λειτουργιών του Κράτους, η Βουλή των Αντιπροσώπων προχώρησε στη ψήφιση Νόμων, κατ’ επίκληση του Δικαίου της Ανάγκης. Νόμοι τους οποίους η ανεξάρτητη Δικαστική (τρίτη) εξουσία όχι μόνο επιδοκίμασε, αλλά μας δίδαξε με σαφήνεια μέσα από σειρά αποφάσεών της αρχές δικαίου δεσμευτικές, τις οποίες ουδείς πολιτικός δικαιούται να παραγνωρίζει στην καθημερινή πολιτική του παρέμβαση, αλλά και κύρια σ’ ό,τι αφορά την επιδίωξη λύσης στο Κυπριακό.
Υπενθυμίζω για παράδειγμα από την απόφαση Κουλουντής (1997) το ακόλουθο εξαιρετικής διαχρονικής σημασίας απόσπασμα:
«Η τήρηση της συνταγματικής τάξης δεν αποτελεί μόνο επιταγή του δικαίου αλλά και την υπέρτατη ανάγκη περιφρούρησης της κυπριακής πολιτείας έναντι όλων όσοι επιβουλεύονται την ύπαρξή της... Ο σεβασμός στο Σύνταγμα δεν επιβάλλεται μόνο από το Άρθρο 179, που το καθιστά τον υπέρτατο νόμο της πολιτείας, αλλά και από τις τραγικές πραγματικότητες της Κύπρου και ιδιαίτερα τους κινδύνους που απειλούν την κρατική της υπόσταση. Η ανεξαρτησία της Κύπρου θεμελιώνεται στο Σύνταγμα. Κάθε παρέκκλιση από τις πρόνοιές του εξασθενίζει τη βάση του κυπριακού κράτους».
Μεταγενέστερα το 2001 στην υπόθεση του Ιμπραχήμ Αζίζ ν Κυπριακή Δημοκρατία λέχθηκαν μεταξύ άλλων ότι:
«... η διαφύλαξη των συνταγματικών θεσμών και η διασφάλιση του κράτους δικαίου, δεν ατονεί ούτε σε καταστάσεις ανάγκης... που παρέχουν το δικαϊκό έρεισμα προς περιφρούρηση της λειτουργίας των συνταγματικών θεσμών».
Οι πιο πάνω αρχές δικαίου συμπληρώνονται με την αυτονόητη υποχρέωση ότι η περιφρούρηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου βαρύνει όλες τις αρχές της Δημοκρατίας, γιατί η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και η αποτελεσματική εφαρμογή τους αποτελεί και ενυπάρχει ως πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας σ' όλες τις λειτουργίες της. Ένα καθήκον εκ του Συντάγματος που επιβάλλει υποχρέωση σε κάθε μια από τις τρεις λειτουργίες της Πολιτείας (Κυβέρνηση, Βουλή και Δικαστική εξουσία) να διασφαλίσει, μέσα στα όρια των αρμοδιοτήτων τους, την αποτελεσματική εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Άρα αποτελεί προϋπόθεση εκπλήρωσης καθήκοντος κάθε πολιτικού αξιωματούχου ότι, η όποια λύση που θα προκύψει, πρέπει να αποτελεί πραγματική μετεξέλιξη του Συντάγματός μας και όχι παρθενογένεση, θα πρέπει η λύση να αναγνωρίζει και να επιβάλλει την υπεροχή αυτών των συνταγματικών αρχών δικαίου.
Προφανώς ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν μπορεί να αγνοεί τα συγκεκριμένα κατά το Σύνταγμα καθήκοντά του. Συνεπώς είναι ανεπίτρεπτο και αντίθετο στη διαβεβαίωση που έδωσε το 2013, το ότι συζητά ο ίδιος ως μέρος της λύσης, για παράδειγμα το δικαίωμα ιδιοκτησίας να εξαρτάται και από τις απαιτήσεις του παράνομου χρήστη. Προφανώς η ίδια ευθύνη και το ίδιο καθήκον βαρύνει και κάθε σύμβουλο ή τεχνική ομάδα που συμβάλλει στην παραγωγή «προτάσεων» αντίθετες στο Σύνταγμα, οι οποίες μάλιστα να έχουν καταστεί ήδη σε «συγκλήσεις».
Τραγική εικόνα μιας χώρας Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης η οποία, ενώ ήδη με τροποποίηση του Συντάγματός της εισήγαγε την υπεροχή του κοινοτικού κεκτημένου ακόμη και έναντι του Συντάγματός της, συζητά λύση κατά την οποία δεν θα τυγχάνουν εφαρμογής καθιερωμένες αρχές περί τα Ανθρώπινα Δικαιώματα.
Τραγικότερο δε το γεγονός ότι στη διαδρομή από το 1963 επιχαίρει η τουρκοκυπριακή πλευρά και ανταμείβεται για την τότε παραβίαση του Συντάγματος, ενώ παράλληλα κινδυνεύουμε ως Κράτος, κατά παραγνώριση των πιο πάνω συνταγματικών και νομολογιακών αρχών, αντί δίκαιης λύσης, να δεχτούμε, χάριν της λύσης, όσα αντισυνταγματικά μπορεί να δεχθεί η ηγεσία μας!
ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος




