Διάχυτη είναι η κούραση μέσα στον κόσμο. Η οικονομική κρίση μας άφησε συναισθηματικά στραγγισμένους. Οικονομικά, βέβαια, πάμε κάπως καλύτερα. Ιδίως σε σύγκριση με τους εν Ελλάδι. Παρότι λοιπόν βλέπουμε φως στο τέλος της σήραγγας, η αίσθηση κούρασης παραμένει. Αναζητούμε δραστικές λύσεις στα βασικότερα προβλήματά μας. Νέες οπτικές που να ανατρέπουν. Αναπόφευκτα, πολύς κόσμος στρέφεται στο Κυπριακό. Τη βασικότερη πηγή υπαρξιακού άγχους. Η απλή σκέψη είναι ότι δεν είναι δυνατόν ένα πρόβλημα να μας συνοδεύει σαράντα τόσα χρόνια χωρίς προοπτική επίλυσης. Η αίσθηση αδυναμίας οδηγεί και σε μια ψευδαίσθηση αυτοκαθορισμού: Μπορούσαμε να το λύσουμε, αλλά δεν αρπάξαμε τις ευκαιρίες. Ήμασταν πλεονέκτες.

Μέσα σε αυτή την απέλπιδα αυτοενοχοποίηση άνθισε μια ολόκληρη βιομηχανία «χαμένων ευκαιριών». «Δεν το έλυσε ο Μακάριος το ’73». «Δεν το έλυσε ο Κυπριανού με το Αγγλοκαναδικό Σχέδιο». «Δεν αρπάξαμε την ευκαιρία του Ανάν». Παράλληλα όμως ξεφύτρωσε και μια άλλη βιομηχανία επανερμηνείας της ιστορίας και των βασικών παραμέτρων προσέγγισης του Κυπριακού. «Το ’64 κάναμε σφαγές» (κάποιοι μιλούν και για γενοκτονία). «Πάντα επιδιώκαμε μια σοβινιστικού τύπου επικυριαρχία, και τώρα πληρώνουμε».

«Πρέπει επιτέλους να αντικρίσουμε τους Τουρκοκύπριους ως αδελφούς και μαζί θα τα βρούμε». Η κατάληξη βέβαια όλου αυτού του συναισθηματικού αχταρμά είναι ότι πρέπει να κάνουμε το άλμα στη λύση χωρίς να μας απασχολούν τόσο οι «λεπτομέρειες» της ρύθμισης. Η επιμονή στις λεπτομέρειες αντικρίζεται ως μεμψιμοιρία.

Προτού προχωρήσω, σπεύδω να πω ότι δεν εξαγνίζω την ελληνική κοινότητα για τα πεπραγμένα του ’64. Καθόλου. Η ηγεσία μας τότε υπετίμησε τις διαθέσεις της Άγκυρας και υπερτίμησε την καλή πίστη της Βρετανίας. Όντως διεπράχθησαν ωμότητες (και από τις δύο πλευρές). Παρά το γεγονός ότι αυτές δεν υιοθετούνταν από την ευρύτερη κοινωνία, ουδέποτε τιμωρήθηκαν. Ντροπή.

Σε καμία περίπτωση, όμως, αυτά δεν διαμορφώνουν μια υποχρέωση στην ελληνική κοινότητα να υποστεί ακρωτηριασμό στα σημερινά της συμφέροντα για να «εξιλεωθεί». Ούτε βέβαια και η επίγνωση ότι οι Τουρκοκύπριοι είναι συμπολίτες μας πρέπει να μας οδηγήσει σε αυταπάτες. Κατ’ αρχάς δεν υπάρχει σύμπτωση στόχων.

Η πλειονότητα των Τουρκοκυπρίων έχουν συνταχθεί πλήρως με την Άγκυρα. Είτε λόγω αδυναμίας, είτε λόγω εξάρτησης. Ο λόγος είναι άσχετος. Σήμερα, οι ίδιοι οι Τουρκοκύπριοι έχουν μετατραπεί σε μια θλιβερή μειονότητα στα κατεχόμενα έναντι των Τούρκων εποίκων. Ως συνέπεια, ο σημερινός πληθυσμός των κατεχομένων δεν συγκροτεί πλέον τουρκοκυπριακή κοινότητα. Έτσι και αλλιώς, η Τουρκία δεν δείχνει καμία διάθεση να αποσυρθεί από την Κύπρο. Αντίθετα, βλέπουν τη λύση ως ακόμη έναν τρόπο κατοχύρωσης ελέγχου επί της Κύπρου.

Λαμβάνοντας όλα αυτά υπ' όψιν, ας επιστρέψουμε στην αντίληψη «ας κάνουμε το άλμα στη λύση χωρίς να βυθιζόμαστε στις λεπτομέρειες, διότι μαζί με τους Τουρκοκυπρίους θα δουλέψουμε τη λύση». Υπό το φως των πραγματικοτήτων, αυτή η άποψη είναι εξαιρετικά επικίνδυνη και επιπόλαια. Δεν έχει καμία σχέση με ρεαλισμό. Αντίθετα, μεταφέρει στο πεδίο του Κυπριακού το απλουστευτικό πνεύμα των παιδικών παραμυθιών, όπου οι καλοί κερδίζουν και επειδή είναι καλοί, θα ζήσουν εκείνοι καλά και εμείς καλύτερα.

Αυτή η αντίληψη, όσο καλοπροαίρετη και αν είναι, καταλήγει καταστροφική. Μπορεί να είναι αποτέλεσμα κόπωσης, οικονομικής εξαθλίωσης, ένα κοσμοπολίτικο σκίρτημα… Δεν μπορεί όμως να χαρακτηριστεί λογική προσέγγιση!

Στην ανάλυση του Κυπριακού και της ακολουθητέας από πλευράς μας πολιτικής εισηγούμαι μια προσέγγιση ψυχρά λογική. Χωρίς συναισθηματισμούς. Είτε σοβινιστικούς είτε διεθνιστικούς. Δεν είμαστε ο περιούσιος λαός, ο οποίος ελέω Θεού δικαιούται αυτό το κομμάτι γης που λέγεται Κύπρος. Γι' αυτό και κανείς Θεός δεν θα μας σώσει, αν τα θαλασσώσουμε! Όπως δεν έσωσε τους Μικρασιάτες από τους εγκληματικούς μεγαλοϊδεατισμούς της μητροπολιτικής Ελλάδος. Ούτε όμως πρέπει να έχουμε την ψευδαίσθηση ότι η συναδέλφωση των λαών και το τέλος της ιστορίας θα ξεκινήσει από την Κύπρο. Ζούμε σε ένα παγκόσμιο περιβάλλον ρευστό και επικίνδυνο, που θα συνεχίσει να είναι τέτοιο και μετά την όποια λύση.

Είμαστε μια κοινότητα που περιγράφεται συνοπτικά ως ελληνική κοινότητα της Κύπρου με τα δικά της ήθη και έθιμα, προτερήματα και ελαττώματα. Η οποία θέλει να ζήσει ειρηνικά σε αυτόν τον τόπο με πλήρη δικαιώματα και υποχρεώσεις. Με απέραντο οφειλόμενο σεβασμό προς την τουρκική κοινότητα αλλά και τις άλλες που βρίσκονται στην Κύπρο. Αυτή η κοινότητα δεν θέλει να ζήσει αλλού, διότι οπουδήποτε αλλού θα είναι ξένη και παρείσακτη. Και διότι αυτός ο τόπος διαμόρφωσε τον χαρακτήρα και τις παραστάσεις της. Α ναι, και κάτι άλλο, και ας μη θεωρηθεί εκδήλωση εθνικισμού.

Ως μέλη αυτής της κοινότητας σκεφτόμαστε και την επιβίωση των παιδιών μας. Με τα δικά τους πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Όχι στο πλαίσιο μιας «εθνικιστικής» αντίληψης, όπου η Ελλάδα «ποτέ δεν πεθαίνει». Αλλά στο πλαίσιο μιας πιο άμεσης «βιολογικής» λειτουργίας. Χωρίς ιδεολογικά επιχρίσματα. Όπως αυτή που χαρακτηρίζει τις ενέργειες της λέαινας που φτάνει μέχρι αυτοθυσίας για να προστατεύσει τα κουτάβια της. Αν στο ζωικό βασίλειο αναγνωρίζεται ένα τέτοιο ενστικτώδες φίλτρο, εμείς γιατί να μην το δικαιούμαστε; Χωρίς να μειώνει κατά ένα γιώτα τη ρεαλιστική θέαση του κυπριακού προβλήματος.