Η όλη εργασία περατώθηκε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα και το Έκτακτο Σχέδιο Οικονομικής Δράσης 1975-1976 (Αναθεώρηση του Τρίτου Πενταετούς Σχεδίου Ανάπτυξης 1972-1976), ήταν έτοιμο. Προτού πάρει την τελική του μορφή παραπέμφθηκε στη Συμβουλευτική Οικονομική Επιτροπή για συζήτηση, ώστε να περιληφθούν κι οι απόψεις του οργανωμένου ιδιωτικού τομέα, εργοδοτών και συντεχνιών, μιας και δεν παρείχετο χρόνος για ευρύτερες διαβουλεύσεις μέσω ειδικών Συμβουλευτικών Επιτροπών στα ίδια τα Υπουργεία, όπως έγινε με τα προηγούμενα Πενταετή Σχέδια.
Επειδή ειδικά σ' αυτήν την περίπτωση η κινητοποίηση του ευρύτερου ιδιωτικού τομέα ήταν περισσότερο επιβεβλημένη παρά ποτέ, ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Αρχιεπίσκοπος Μακάριος συγκάλεσε ευρεία σύσκεψη στις 13 Ιουνίου 1975 για «ανταλλαγή απόψεων επί θεμάτων που αφορούν στην ανασύνταξη και δραστηριοποίηση της Κυπριακής οικονομίας».
Ο Μακάριος στην εισαγωγική του ομιλία, αφού αναφέρθηκε στα πολλαπλά πλήγματα από την εισβολή και κατοχή, διακήρυξε την αποφασιστικότητα του κυπριακού Ελληνισμού για αγώνα για μια δίκαιη και δημοκρατική λύση του Κυπριακού. Θεμελιώδες στοιχείο του αγώνα αυτού, που μπορεί να είναι μακροχρόνιος, όχι από επιλογή αλλά λόγω πιθανής έλλειψης άλλης επιλογής, αποτελεί η δραστηριοποίηση κι αναζωογόνηση της οικονομίας. Απαιτείται συνεπώς Έκτακτο Σχέδιο Οικονομικής Δράσης και προ παντός δημιουργική πνοή.
«Η προσπάθεια δραστηριοποίησης», τόνισε, «πρέπει να είναι καθολική και σταυροφοριακή. Όλες οι τάξεις του λαού πρέπει να αποκτήσουν το συναίσθημα ότι ο οικονομικός αγώνας είναι κοινός, είναι καθολικός. Η οικονομική επιβίωση, όπως κι η εθνική, είναι αγώνας όλου του λαού. Κι όλοι είμαστε στρατευμένοι. Κι ανάλογη πρέπει να είναι η συμπεριφορά μας. Πρέπει να επέλθουν σοβαρές αλλαγές κι αναπροσαρμογές στον τρόπο ζωής, εργασίας και κοινωνικής συμπεριφοράς».
Στην ίδια σύσκεψη μίλησε κι ο Υπουργός Οικονομικών μ. Αντρέας Πατσαλίδης, ο οποίος προέβη σε μια σύντομη κατατόπιση πάνω στις μέχρι τότε κυβερνητικές δραστηριότητες για αντιμετώπιση των οικονομικών και κοινωνικών συνεπειών της εισβολής και μια σκιαγράφηση των προγραμμάτων και μέτρων πολιτικής, που η Κυβέρνηση προτίθετο να εφαρμόσει για να υποβοηθηθεί η πιο εποικοδομητική ανταλλαγή απόψεων και υποβολή εισηγήσεων. Καταλήγοντας, ο Υπουργός Οικονομικών τόνισε:
«Παρά τις παρούσες τεράστιες δυσχέρειες, η κυπριακή οικονομία δεν απώλεσε τον δυναμισμό της. Οι προοπτικές επαναδραστηριοποίησης και διενέργειας περαιτέρω επενδύσεων είναι καλές. Οι προοπτικές εξαγωγής περισσότερων προϊόντων κι υπηρεσιών είναι επίσης καλές. Απαιτούνται εν τούτοις μεγάλες προσπάθειες και πολλές θυσίες διότι τα προβλήματα είναι πολλά και μεγάλα. Είτε ο αγώνας είναι βραχυχρόνιος είτε μακροχρόνιος στο μεταξύ, η οικονομική ζωή πρέπει να συνεχιστεί κι η οικονομία να δραστηριοποιηθεί μέχρι τον μέγιστο δυνατό βαθμό».
Το τελικό κείμενο του Έκτακτου Σχεδίου Οικονομικής Δράσης, 1975-1976, μελετήθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο σε ειδική συνεδρία του στις 2 Αυγούστου 1975 υπό την προεδρία του Προεδρεύοντος της Δημοκρατίας, αργότερα Προέδρου, Τάσσου Παπαδόπουλου, ο οποίος στην εισαγωγή του το χαρακτήρισε σαν «μια αξιέπαινη από πάσης απόψεως προσπάθεια». Με την έγκριση του Σχεδίου οι ενέργειες για επαναδραστηριοποίηση πάνω σε μια ακόμη πιο συστηματική κι οργανωμένη βάση, εντάθηκαν.
Στις 16 Οκτωβρίου 1975, το Υπουργικό Συμβούλιο συζήτησε πρόταση του Προέδρου της Επιτροπής Προγραμματισμού, Υπουργού Οικονομικών, για τη λήψη περαιτέρω μέτρων προς επίσπευση εφαρμογής του Έκτακτου Σχεδίου. Μεταξύ άλλων το Υπουργικό Συμβούλιο ανέθεσε σε Υπουργική Επιτροπή να μελετήσει «συγκεκριμένους τρόπους και μέσα συνεχούς τόνωσης του ηθικού του λαού για δημιουργική κινητοποίηση», έργο που στη συνέχεια ανατέθηκε σε Τεχνική Επιτροπή υπό την προεδρία του Γενικού Διευθυντή Γραφείου Προγραμματισμού.
Πέραν των Επιτροπών Προγραμματισμού, αποφασίστηκε η δραστηριοποίηση και της Κεντρικής Επιτροπής Προγραμματισμού με επικεφαλής τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, πράγμα που θα συνδέσει πιο άμεσα τις Οικονομικές Υπηρεσίες του Κράτους με την Πολιτική Ηγεσία, ώστε οι λαμβανόμενες αποφάσεις επί οικονομικών θεμάτων να ελέγχονται κι από πλευράς πολιτικής και να δημιουργηθεί το αναγκαίο κλίμα για κινητοποίηση όλων των δυνάμεων του τόπου προς δημιουργική επαναδραστηριοποίηση.
Τέλος, το Υπουργικό Συμβούλιο στην πιο πάνω συνεδρία του επαναβεβαίωσε ότι «το Γραφείο Προγραμματισμού είναι, μεταξύ άλλων, το κατ’ εξοχήν συντονιστικό όργανο των ενεργειών επαναδραστηριοποίησης κι ανάπτυξης της οικονομίας τόσο της Κυβέρνησης όσο και του ιδιωτικού τομέα».
Με τις πιο πάνω σαφείς οδηγίες του Υπουργικού Συμβουλίου οι ρυθμοί, η μεθοδικότητα κι η αποτελεσματικότητα εργασίας της Κυβερνητικής Μηχανής αναβαθμίστηκαν σημαντικά. Στις 30 Οκτωβρίου 1975 έστειλα την ακόλουθη εγκύκλιο σε όλους τους Γενικούς Διευθυντές των Υπουργείων.
«Έχω εντολή να αναφερθώ στην προς τους Υπουργούς σας επιστολή του Υπουργού Οικονομικών με αρ. Γ.Π. 182/74/3 και ημερομηνία 26 Σεπτεμβρίου 1975, για το πιο πάνω θέμα (εφαρμογή του Έκτακτου Σχεδίου Οικονομικής Δράσης) και να παρακαλέσω όπως μεριμνήσετε ώστε τα ζητηθέντα χρονοδιαγράμματα εκτελέσεως κάθε έργου, όπως επίσης κι οι προϋποθέσεις επίτευξης των χρονικών στόχων εκάστου έργου, υποβληθούν (10 αντίγραφα) στο Γραφείο τούτο χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση.
»Εκτός από τα πιο πάνω απαιτούμενα στοιχεία και πληροφορίες, κάθε Υπουργείο πρέπει να αποστείλει και απλούς τύπους γραφικών χρονοδιαγραμμάτων, κυρίως σ' ό,τι αφορά κατασκευαστικά έργα καθώς κι εισηγήσεις αναφορικά με τα μέτρα πολιτικής (θεσμικά, οργανωτικά κι άλλα) που απαιτούνται για επίτευξη των υιοθετηθέντων αντικειμενικών σκοπών και στόχων του Έκτακτου Σχεδίου. Όσα από τα Υπουργεία έχουν ανταποκριθεί στην πιο πάνω επιστολή του Υπουργού Οικονομικών παρακαλούνται να υποβάλουν απλώς συμπληρωματικά στοιχεία και πληροφορίες, όπως πιο πάνω».
Η ευρύτερη κινητοποίηση που επιδιώξαμε από την αρχή είχε τις προεκτάσεις της σε αρκετό βάθος χρόνου.
ΔΡ ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός,
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com




