Η ανακοίνωση των πορισμάτων του ΚΕΕΑ (Paideia-news, 8 Σεπτ. 2016) για τους αριθμούς και τα ποσοστά των μαθητών της Γ' και Στ' Δημοτικού που διατρέχουν κίνδυνο να παραμείνουν στα ελληνικά και στα μαθηματικά αναλφάβητοι σ’ όλη τους τη ζωή αναφέρει μεν ποιες ομάδες παιδιών διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο (αγόρια, ξένοι, όσοι είχαν πρώιμη ένταξη στο σχολείο), αλλά δεν αναφέρει τα αίτια, σε ποιο βαθμό δηλαδή το πρόβλημα οφείλεται σε μειωμένη πνευματική ικανότητα, σε μεγάλη αδιαφορία των ίδιων των μαθητών, και σε πλημμελές πρόγραμμα και πλημμελή διδασκαλία, πιθανότατα γιατί αυτό θα ήταν πολύ δύσκολο να μετρηθεί.
Πιστεύω, ωστόσο, πως χωρίς αυτήν τη σε βάθος μελέτη είναι αδύνατο να ληφθούν τα σωστά μέτρα για βελτίωση. Είναι ενθαρρυντικό, πάντως, που η ΟΕΛΜΕΚ προσφέρθηκε «να καταθέσει προτάσεις για τη βελτίωση του Προγράμματος Αλφαβητισμού» (Paideia-news, 31 Αυγ. 2016). Θα ήταν βέβαια ευχής έργον αν κατέθετε τέτοιες προτάσεις προηγουμένως, πριν φτάσουν τα πράγματα μέχρις εδώ. (Σύμφωνα με τον Υπουργό Παιδείας, το κράτος δαπανά για το πρόγραμμα Αλφαβητισμού 2.5 εκατομ. τον χρόνο «χωρίς κανένα αντίκρισμα» (Paideia-news 12 Αυγ. 2016).
Η εντύπωση που έχω, παρακολουθώντας στενά τη στάση και τη συμπεριφορά των μαθητών αλλά και τις εμπειρίες των εκπαιδευτικών από την καθημερινή πράξη, είναι ότι ένα μεγάλο μέρος των μαθητών διακατέχονται σήμερα από πλήρη αδιαφορία για το σχολείο, τα μαθήματα και τη γνώση γενικότερα. Χρειάζεται βέβαια να γίνει συστηματική έρευνα για να φανεί τι πραγματικά συμβαίνει. Αν αποδειχθεί ότι ο αναλφαβητισμός οφείλεται κυρίως στην αδιαφορία των μαθητών, τότε η όλη αντιμετώπιση του προβλήματος πρέπει να αλλάξει. Σε μια τέτοια περίπτωση θα πρέπει να τεθεί έντονα το ερώτημα τι κάνουν το κράτος, οι γονείς και η κοινωνία σχετικά με αυτό.
Αλήθεια, τι λένε σήμερα οι γονείς, οι παππούδες και οι γιαγιάδες, οι συγγενείς και οι φίλοι στα μικρά παιδιά την πρώτη ημέρα που πάνε στα σχολεία για να τους δώσουν, μαζί με την ευχή τους, μια παρώθηση και έναν σκοπό γι' αυτήν την περίοδο της ζωής τους, που διαρκεί 9 ή 12 ή 16 χρόνια; Ποιο είναι σήμερα το αφήγημά μας για την εκπαίδευση; Παλαιότερα τους έλεγαν «να πάνε στο σχολείο για να γίνουν άνθρωποι». Ήταν η εποχή που η ελληνοκυπριακή κοινωνία, επηρεασμένη από τις ιδέες του Διαφωτισμού, πίστευε στα ιδανικά του ανθρωπισμού.
Έτσι, τέσσερεις περίπου γενιές μεγάλωσαν μ’ αυτό το αφήγημα, αγάπησαν το σχολείο, δούλεψαν με πολύ ενθουσιασμό και πέτυχαν την πρόοδο τη δική τους και της Κύπρου. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο το αφήγημα άρχισε να αλλάζει. Οι γονείς αυτήν τη φορά τούς έλεγαν να πάνε στο σχολείο για να αποκτήσουν τα προσόντα, ώστε να μπορέσουν να βρουν μια καλή δουλειά που θα τους εξασφαλίσει μιαν άνετη ζωή. Τι τους λένε σήμερα; Δεν ξέρουμε αν τους λένε και τι τους λένε, το βέβαιο είναι ότι αυτό δεν έχει αποτέλεσμα για ένα μεγάλο αριθμό μαθητών. Γι' αυτό και για πάρα πολλούς μαθητές σήμερα η φοίτηση στο σχολείο δεν έχει νόημα, είναι μια αγγαρεία.
Θα έπρεπε, νομίζω, από καιρό να απασχολήσει τους αρμοδίους αυτό το πρόβλημα. Το ότι δεν τους απασχόλησε, δείχνει ότι το θέμα αυτό αντιμετωπίζεται ως απλό θέμα τεχνολογίας. Η κρατούσα άποψη είναι ότι φτάνει το ΥΠΠ να κάνει τις απαραίτητες διευθετήσεις και να διορίσει το αναγκαίο προσωπικό και η δουλειά γίνεται. Δείχνει επίσης και τη μεγάλη διαφορά μεταξύ του Δημοσίου και των ιδιωτικών επιχειρήσεων.
Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις στις διαφημίσεις τους λένε συνήθως στους υποψήφιους πελάτες τους «σχεδιάζουμε για σας, πριν από σας, με σας», υπονοώντας με το τελευταίο ότι λαμβάνουν υπόψη τις επιθυμίες και τις γνώμες των πελατών τους. Η εκπαίδευση δεν βρήκε ακόμα τρόπους να δείχνει ή τουλάχιστον να παρουσιάζεται ότι δείχνει πως λαμβάνει υπόψη τον παράγοντα μαθητή.
Με αυτό δεν εννοώ ότι πρέπει να ρωτούμε τους μαθητές τι θέλουν να τους διδάσκουμε και με ποιον τρόπο. Εννοώ ότι πρέπει να βρούμε τρόπους να εξασφαλίσουμε εκ των προτέρων τη θετική στάση και τη συνεργασία τους για μάθηση, να προσπαθήσουμε δηλαδή να βρούμε τι είναι εκείνο που μπορεί να τους δημιουργήσει ενδιαφέρον για μάθηση και να φροντίσουμε να επινοήσουμε ένα σχετικό αφήγημα τόσο εύστοχο, αν είναι δυνατό, για την εποχή μας, όσο ήταν το «να πάτε στο σχολείο να γίνετε άνθρωποι» πριν από εκατόν χρόνια.
Ασφαλώς ένα τέτοιο αφήγημα δεν πρέπει, για πολλούς λόγους, απλώς να τους λέει ότι πρέπει να πάνε στο σχολείο για να βρουν μια καλή δουλειά. Θα πρέπει να επικεντρώνεται στον ίδιο τον άνθρωπο και στις μεγάλες δυνατότητες που μπορεί να του παράσχει η εκπαίδευση να αναπτύξει τις πνευματικές του δυνάμεις και τη δημιουργικότητά του, ώστε να αντιμετωπίσει τη ζωή με επιτυχία. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την άμεση λήψη των αναγκαίων για επίτευξη αυτού του στόχου αλλαγών στα προγράμματα, στην προσέγγιση και στον τρόπο διδασκαλίας.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Κ. ΠΕΡΣΙΑΝΗΣ




