Μισό χειμώνα περάσαμε, βροχή δεν είδαμε, μας στρώθηκες μήνες εδώ, μας έριξες δυο-τρεις σταγόνες να μας μαγαρίσεις αυτοκίνητα, τζάμια και πάλι εδώ είσαι, μην τυχόν και πάρουμε ανάσα
Τώρα, τι καταλαβαίνεις, θα πάει μακριά η βαλίτσα; Μας μπαστακώθηκες (μπάστακας=ανεπιθύμητος μουσαφίρης που παρατραβάει την επίσκεψη) και δεν λες να το κουνήσεις! Τέτοια ευαισθησία πια, που φοβάσαι μη λιώσουμε από καημό που φεύγεις και ξεκολλημό δεν έχεις; Μας συγκινείς, θα μας πάρουν τα δάκρυα, τόσες χαρές και χάρες που μας κουβάλησες! Χρόνια και χρόνια, μια απ’ τα ίδια.
Αρχίζουμε με χίλιες ελπίδες, κι εκεί που πάμε να χαρούμε, νάτο το έργο, όπως το έχουμε ξαναδεί: Να η πρώτη σφαλιάρα, να κι η δεύτερη και χάσαμε τον μπούσουλα. Εσύ, πια, δεν ήσουνα «καλοκαίρι», η κακοτυχιά με μαύρη μαντίλα να μας βγάζει τη γλώσσα ήσουνα. Γιατί μόνο τ’ όνομά σου έμεινε, για τους πολλούς. Τα καλά σου τα έζησαν οι λίγοι που την πέρασαν ζάχαρη, καλά να ’ναι και πάντα τέτοια.
Μόνο να μη μας τη γυρίσουν εμάς αυτή την τελευταία ευχή, παρακαλούμε, ψυχούλα έχουμε κι εμείς. Δευτέρας - μη σου πω εικοστής δευτέρας - διαλογής, μα ψυχούλα. Που πάει να βγει, να ξεμπερδεύει κι όλο σκαλώνει. Πολύ της άρεσαν, βλέπεις, όσα έζησε και ζει, πάει η καρδιά της να τα χάσει;
Εντάξει, μη σ’ αδικούμε, στο ταγάρι σου είχες ό,τι κι οι άλλοι, πυρκαγιές - μας ρήμαξαν νωρίς-νωρίς φέτος - δυστυχήματα, αγριάδες, φονικά, μα τη δική σου απλοχεριά θα τη ζήλευαν και βαμπίρ των Καρπαθίων. Αυτά ρουφούσαν αίμα, εσύ ρουφούσες χαιρέκακα τον ιδρώτα μας.
Να τον βάλω τον κλιματισμό, να πάρει η ευχή, τον λογαριασμό, όμως, μου τον πληρώνεις; Μέρα να τηγανίζεις αβγά στην άσφαλτο, νύχτα να ξυπνάς σε πισίνα αυτοσχέδια στα μέτρα σου! Το θερμόμετρο αθέατο στα ύψη, την μπουχτισμένη αγριεμένη φάτσα σου βλέπει ο υδράργυρος και γελά. Πρωτόγνωρο το φετινό, ο Ιούλης κι ο Αύγουστος οι θερμότεροι που καταγράφηκαν τα τελευταία εκατόν ογδόντα έξι χρόνια, λέει η αρμόδια υπηρεσία. Μερσί για την πληροφορία, εσάς περιμέναμε.
Δεν λέω, έκανε προσπάθεια να μας δροσίζει η θάλασσα απ’ την τηλεόραση, μέχρι παράκρουση πως μας έβρεχε κινδυνεύαμε να πάθουμε. Εμ, τα δύο εξαράκια του δίσεκτου έτσι τυχαία μπήκανε; Για ρίξε μια ματιά: χιλιάδες να μαζεύουμε απ’ τη θάλασσα που πήγαν, όχι να δροσιστούν, να γλιτώσουν. Αλλού πλημμύρες θανατηφόρες, αλλού ξηρασία μέχρι θανάτου και φωτιές που καταπίνουν ολόκληρα χωριά.
Πάλι καλά να λες που τη σκαπουλάραμε και δεν είχαμε ομαδικές αποδράσεις απ’ τον όμορφο, ηθικό, μα για λίγους πλασμένο κόσμο, για να παραφράσουμε τον ποιητή. Να ψάχνουμε την τσέπη μας και να μας λέει «στο βάθος κήπος». Να ζητάς ρευστό για μια βόλτα, μια εκδρομή, για καράβια και τρένα, και να σου λέει ο Μήτσος (ένας είναι ο Μητροπάνος!), «άσε μιαν άλλη φορά». Και δεν ξέρω αν το ξέρεις, αλλά από καταβολής κόσμου, ο καύσων εθεωρείτο παράγων μετριασμού ποινής για εγκλήματα, χειροδικίες, δυστυχήματα. Κρίμα που δεν περιλήφθηκε στους σύγχρονους νομικούς κώδικες.
Μισό χειμώνα περάσαμε, βροχή δεν είδαμε, μας στρώθηκες μήνες εδώ, μας έριξες δυο-τρεις σταγόνες να μας μαγαρίσεις αυτοκίνητα, τζάμια και πάλι εδώ είσαι, μην τυχόν και πάρουμε ανάσα. Άντε, λοιπόν, ξεκόλλα, και μη σου κακοφανεί, πολύ μας κούρασες με τις ατελείωτες στεγνές μέρες, τις μαρτυρικές υγρές νύχτες.
Και «Θου Κύριε φυλακήν τω στόματί μου» μη σου πω καμιά χοντράδα, ντροπής πράματα. Ξεψυχάς ελπίζουμε σύντομα (πριν βγει η δική μας η ψυχή), και ζωή σε λόγου μας. Με τον μετεωρίτη που μας πέταξες κατακέφαλα, κορυφώθηκε η ένδοξη δράση σου. Αν μας βρεις άμα θα ξανάρθεις, κόψε κάτι. Ψάξε-ψάξε τα όριά μας όλο τ’ ανεβάζουμε και όλο τα πηδάμε. Μη σου πω, καλύτερα, τι μας κάνουν εκείνα!
ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ




