Η εξαγγελία ότι, με βάση τις εντατικές διαπραγματεύσεις, η ελληνοκυπριακή πλευρά ελπίζει ότι πέτυχε βελτίωση του Σχεδίου Ανάν είναι στοιχεία που επιβεβαιώνουν ότι ορθά απορρίφθηκε στο Δημοψήφισμα του 2004. Όμως δυστυχώς ο ισχυρισμός για «βελτίωση» και η λογική της δικής μας διαχρονικής υποχωρητικότητας καταδεικνύουν ότι όχι μόνο υπάρχει, αλλά είναι με βάση αυτό το Σχέδιο που διαμορφώνεται «λύση», με αυξημένες μάλιστα απαιτήσεις από πλευράς Τουρκίας. Κατ’ επέκταση το ενδεχόμενο να οδηγήσει ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ το «άλυτο» κυπριακό πρόβλημα, μετά την «τριμερή» συνάντηση που θα πραγματοποιηθεί στον ΟΗΕ, σε διεθνή διάσκεψη (πενταμερή ή πολυμερή), αποκαλύπτει (α) το σφάλμα της πολιτικής μας να είναι συνομιλητής ο εκάστοτε Πρόεδρος και (β) ότι η μονοδιάστατη διαχείριση του προβλήματος από τον εκάστοτε Πρόεδρο δημιουργεί παραδοξότητα και στρέβλωση της ανάγκης συνεχούς συμβολής όλων στην αναζήτηση λύσης.

Ήδη και ανεξάρτητα από το εάν γνωρίζουν πλήρως ή όχι τα πολιτικά κόμματα τα όσα συμβαίνουν στις αλλεπάλληλες, εξαντλητικές και πιεστικές διαπραγματεύσεις, φαίνεται να προκύπτουν επιφυλάξεις και/ή διαφοροποιήσεις περί προταθέντων και/ή ενδεχομένως ήδη συμφωνηθέντων σημείων, από την ίδια τη συμβουλευτική ομάδα. Φαίνεται ότι όπως κατά την επιλογή των προταθέντων μελών των διαφόρων συμβουλευτικών ομάδων υπήρξε απόρριψη προσώπων, ως εκ των γνωστών απόψεών τους κατά του Σχεδίου Ανάν, αντίστοιχα τώρα όποιος διαφωνεί παραμερίζεται. Κατάσταση που, σε συνδυασμό προς την κρισιμότητα των εξελίξεων, προκαλεί έντονο προβληματισμό σε κάθε ενεργό πολίτη.

Το Κυπριακό όμως πρόβλημα, ως διεθνές πρόβλημα εισβολής και κατοχής σε βάρος ενός αναγνωρισμένου κράτους μέλους του ΟΗΕ και από τον Μάιο 2004 κράτους μέλους και της Ε.Ε., θα έπρεπε και πρέπει να λυθεί ως πρόβλημα το οποίο αφορά αφ’ ενός την Κυπριακή Δημοκρατία και τον λαό της ως κράτος μέλος της Ε.Ε. και αφ’ ετέρου ότι το πρόβλημα προέκυψε και συνεχίζεται με ευθύνη της Τουρκίας, με την παράνομη στρατιωτική εισβολή, κατοχή και εποικισμό. Δεν ήταν ποτέ και δεν είναι με βάση και το κοινοτικό κεκτημένο μία δικοινοτική διαφορά, στο οποίο μάλιστα η ένοχος Τουρκία εμφανίζεται ότι επιδιώκει, δήθεν, δίκαιη λύση! Άλλωστε δική μας είναι η απόλυτα λανθασμένη αναφορά «το κλειδί λύσης το έχει η Τουρκία».

Την ευθύνη διαπραγμάτευσης καθιερώθηκε και την ανέλαβε ως πρακτική ο εκάστοτε Πρόεδρος. Το Σύνταγμά μας δεν προέβλεψε όργανο που θα είχε την αποκλειστική αρμοδιότητα διαπραγμάτευσης προς επίτευξη λύσης. Μάλιστα, όταν το 1985 το ΑΚΕΛ και ο ΔΗΣΥ αποπειράθηκαν να επιβάλουν στον τότε Πρόεδρο, αείμνηστο Σπύρο Κυπριανού, την άποψή τους και/ή τον παραμερισμό του, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ο Πρόεδρος, έχοντας υπέρ του τη λαϊκή εντολή σε προεδρικές εκλογές, μπορούσε να ασκήσει αυτό το μη προβλεπόμενο από το Σύνταγμα καθήκον. Καθήκον όμως που αφορούσε και βάρυνε το σύνολο των εξουσιών κατά το Σύνταγμα και βέβαια τον κυρίαρχο λαό. Γι’ αυτό και το Ανώτατο Δικαστήριο, στην ίδια απόφασή του, τόνισε πως ένα άλλο θεσμικό όργανο, η Βουλή των Αντιπροσώπων, η οποία επίσης εκλέγεται από τον λαό, έχει την ίδια εξουσία στην προσπάθεια επίλυσης, ανέφερε δε ρητά ότι:

«Αν και το κυπριακό πρόβλημα ευρίσκεται, λόγω της φύσεως του, έξω από τα πλαίσια του Συντάγματος της Κύπρου είναι, εν τούτοις, δικαίωμα εκλελεγμένων πολιτικών οργάνων, τα οποία εκφράζουν κατά την άσκηση των οικείων αρμοδιοτήτων τους τη βούληση του Λαού, όπως ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και η Βουλή των Αντιπροσώπων, να λαμβάνουν πολιτικές αποφάσεις σχετικά με το Κυπριακό Πρόβλημα».

Το Δικαστήριο, προφανώς, δεν μπορούσε επιλύοντας την ενώπιόν του τότε συγκεκριμένη διαφορά, να «υποδείξει» ρητά ή πολύ περισσότερο να επιβάλει προς την πολιτική εξουσία τι έπρεπε να πράξει. Απλώς έθιξε κατά τρόπο σαφή το δεδομένο της εξουσίας της Βουλής, η οποία έχει κατά το Σύνταγμα αρμοδιότητα να ψηφίζει «επί παντός θέματος», πλην εκείνων που το Σύνταγμα ανέθεσε ρητά να υπάγονται στις Κοινοτικές Συνελεύσεις. Άρα η τακτική που ίσχυσε για χρόνια, μπορούσε και μπορεί να διαμορφωθεί δημοκρατικά άλλως, με Νόμο.

Την επικαλέστηκα πολλές φορές την απόφαση αυτή σε άρθρα, με εισηγήσεις και στην κοινοβουλευτική μου διαδρομή με ομιλίες και στη Βουλή. Φαίνεται τώρα επιτέλους να υπάρχει μια μορφή κινητικότητας προς την κατεύθυνση αυτή. Πρέπει να προωθηθεί, γιατί το Κυπριακό απαιτεί συνένωση ιδεών για κοινή δράση, στρατηγική και ολοκληρωτική υποταγή στο καθήκον της διάσωσης του Κράτους, όπως καθορίστηκε με το Δίκαιο της Ανάγκης από το 1964.

Η πλειοψηφία λοιπόν της Βουλής έχει δυνατότητα, εάν το επιθυμεί, να μην αφήσει να συνεχιστεί η ίδια επιλογή πορείας που ακολουθεί ο Πρόεδρος, εάν τη θεωρεί λανθασμένη. Ας ασκήσει άμεσα, ως εκπρόσωπος του λαού, τη θέληση για πραγματικά δίκαιη λύση με την ανάμειξη της δικής της πολυφωνικής σύνθεσης, όχι βέβαια με τη δημιουργία μιας κοινοβουλευτικής Επιτροπής. Θα πρέπει με σχετικό Νόμο, κατά το δίκαιο της ανάγκης, να διαμορφώσει ένα όργανο που θα λειτουργεί μόνιμα, ευρισκόμενο σε συνεχή διάσκεψη, ως ένα Εθνικό Συμβούλιο εντός της Βουλής, απαρτιζόμενο από τα Κοινοβουλευτικά Κόμματα, με καθήκον την άρση των συνεπειών της εισβολής-κατοχής και εξεύρεση λύσης κατά το κεκτημένο και κατά τρόπο δημοκρατικό και νόμιμο.

Ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι ο Αρχηγός του Κράτους και όλων των νόμιμων πολιτών, και προφανώς ως άτομο αλλά και εκ καθήκοντος πρέπει να επιθυμεί λύση που να διασφαλίζει όλα τα δικαιώματα όλων των πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεν μπορεί να λειτουργεί κατά τη μονοδιάστατη δική του θεώρηση. Χρειάζεται, χάριν του μέλλοντος, τη συμβολή όλων στην πορεία αυτή που φέρνει πλησιέστερα μια λύση μη δίκαιη και μη βιώσιμη, χωρίς πλήρη σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Δεν μπορεί να υποβαθμίζεται σε «εκπρόσωπο» της μιας κοινότητας, ως να είναι το διεθνές πρόβλημα της εισβολής / κατοχής δικοινοτική διαφορά και ούτε, βέβαια, να δεχθεί ότι η διαδικασία επίλυσης διαφορών μετά τη λύση θα εξαρτηθεί από το τυχαίο αποτέλεσμα «κορώνα ή γράμματα».

ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος