Σεπτέμβρης λοιπόν! Καμαρωτός καμαρωτός άρχισε σιγά σιγά να τα μαζεύει... Τα πέδιλα, τις βάρκες, τις κρέμες ηλίου, τα φουσκωτά, τους φραπέδες, τις παραλίες, τα κρεβατάκια, τις μπίρες… Τέρμα πια τα κοντοπαντέλονα… Το γραφείο στην πόλη φωνάζει! Αφαιρούνται οι ταμπελίτσες «Διακοπές από 1η μέχρι 30 Αυγούστου»…
Έβαλε τα καλά του, μιας και του πάει καλύτερα το γκριζοπράσινο κοστούμι του φθινόπωρου κι έπιασε δουλειά… Έριξε ένα βλέμμα πίσω στον Ιούνη, στον Ιούλη και τον Αύγουστο, και χαμογέλασε!
«Καλά περάσατε! Πολύ καλά»…
Τρεις μήνες σε τούτη τη μισή, σε τούτη την ημικατεχόμενη πατρίδα... Τρεις ηλιόλουστοι μήνες, σαράντα δυο χρόνια μετά το αλησμόνητο έτος χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα…
Τι παράξενο. Τι ασυνήθιστο. Τι μοναδικό… Να ζει κανείς τόση μα τόση ομορφιά στην εναπομένουσα εναλία γη Κύπρο τους ίδιους μήνες του καλοκαιριού, τους
μήνες του ματωμένου Ιούλη και του Αυγούστου... Σαν να μην έγινε τίποτα!
Ένα ακόμα καλοκαίρι, λοιπόν, χαράχτηκε στις μνήμες. Ένα ακόμα καλοκαίρι ζωγραφίστηκε με τα πιο ζωηρά χρώματα, για να κάνει κάποιους από μας να
ξεχάσουμε, κάποιους από μας να θυμώσουμε (ή να θυμηθούμε), και κάποιους από μας να δούμε κατάματα - θέλουμε δεν θέλουμε - τις πληγές μας, έτσι ώστε ν’
αρχίσουμε το μέτρημα: Τι χάσαμε, τι κερδίσαμε, τι απέμεινε, πόσες ελπίδες τρεμοσβήνουν άραγε σε ετούτη την έρμη και βαθιά κουρασμένη μικρή πατρίδα…
Ένα ακόμα καλοκαίρι σε τούτο το ημικατεχόμενο νησί… Έγχρωμο, ζεστό, μαγικό!
Σαν μια από τις πιο ακριβοπληρωμένες ταινίες του Χόλιγουντ που έχει σκηνοθετήσει ο Steven Spielberg… Ένα καλοκαίρι σε ένα τόσο ειδυλλιακό τοπίο, που τόσο πολύ ζηλεύει ολόκληρος ο πλανήτης…
Κι αν όλα φαίνονται ήσυχα και ονειρεμένα, πάντα «κάτι] θα προδίδει τους επιδέσμους. Πάντα μια ξεχασμένη γραντζουνιά θα σου φωνάζει έστω και σιωπηλά, αθόρυβα έστω, πως μέσα σε τούτη εδώ την ομορφιά, «κάτι» δεν πήγε καλά… Πως το έργο ήταν πειραγμένο…
Επιστρέφοντας από τα θαλάσσια μπάνια, πλησιάζοντας στη Λευκωσία, αγναντεύει κανείς πρωί, μεσημέρι, βράδυ την τεράστια επιγραφή πως τάχα «η Κύπρος είναι τουρκική»… Την κοιτάζεις τούτη την επιγραφή άλλοτε αφηρημένος κι άλλοτε συνειδητά… Την κοιτάζεις, λοιπόν, τη βλέπεις ξανά και ξανά όπως θα έβλεπες μια λευκή γάζα στο κούτελο του γείτονά σου που ζει στο απέναντι σπίτι, που προφανώς αιώνες τώρα έχει ξεχάσει να αφαιρέσει…
Είναι της μοίρας μας τα ζεστά, τα αξιοζήλευτα καλοκαίρια μας να κάνουν πάντα κρότο!.. Άλλοτε με σφαίρες, άλλοτε με ειδήσεις, άλλοτε με βόμβες, άλλοτε με
οικονομικές κρίσεις, άλλοτε με σχέδια, με προσχέδια και χάρτες… Άλλοτε με διαβουλεύσεις, και κάποιες λίγες, ελάχιστες φορές, με ελπίδες… Μ’ εκείνες τις
ελπίδες που θέλουμε να ονειρευόμαστε τόσο πολύ, τις ελπίδες που θέλουμε να δούμε τόσο πολύ να κόβονται και να ράβονται στα μέτρα μας… Μα άλλες φορές,
όμως, τρέμουμε, φοβόμαστε πως αυτό το δίκιο που κουβαλούμε τόσα χρόνια είναι ίσως ακόμα μακριά…
Πόσα πράγματα, πόσα συναισθήματα μπορεί να μπλέξουν τρεις καλοκαιρινοί μήνες μέσα στο χρυσοπράσινο φύλλο μας… Θαρρώ πως για να εκτιμήσει κανείς τούτη τη γη θα πρέπει να φύγει για λίγο απ’ αυτή... Να ξενιτευτεί. Να αποχωρήσει για μερικά χρόνια. Μόνο τότε θα την εκτιμήσει. Μόνο αν κανείς χάσει τη δική του θάλασσα, τη δική του άμμο, το δικό του καλοκαίρι θα αγαπήσει ακόμα πιο πολύ την όμορφη, την πανέμορφη πατρίδα του…




