Επειδή το «πολιτικό εμπάργκο» για την ετοιμασία και δημοσιοποίηση ενός Έκτακτου Σχεδίου Οικονομικής Δράσης δεν είχε αρθεί ακόμη, η όλη σχετική εργασία παρέμενε μέσα στο Γραφείο. Σε εγκύκλιό μου προς τους Λειτουργούς Προγραμματισμού στις 20 Ιανουαρίου 1975 έλεγα:
«Σε συνέχεια της συνεδρίας που έγινε στις 8 Οκτωβρίου 1974 αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, επιθυμώ να σας πληροφορήσω ότι την προσεχή Παρασκευή, 24η Ιανουαρίου 1975 και ώρα 8.30 π.μ. θα πραγματοποιηθεί στο Γραφείο μου κι άλλη συνεδρία των Λειτουργών Προγραμματισμού για ανταλλαγή απόψεων για τη μέχρι τώρα πρόοδο και τη μελλοντική εργασία. Κάθε Λειτουργός θα κάμει απολογισμό της εργασίας του πάνω στο θέμα της διαγραφής Προγράμματος Άμεσης Οικονομικής Δράσης και θα εισηγηθεί περαιτέρω μέτρα και σχέδια για την αναζωογόνηση των διαφόρων τομέων της αρμοδιότητάς του».
Μετά την αντιμετώπιση των πιο πιεστικών αναγκών που προκάλεσε η εισβολή και ιδιαίτερα μετά την επάνοδο του Μακάριου στην Κύπρο και τη διακήρυξή του για μακροχρόνιο αγώνα, η διαχείριση των οικονομικών πραγμάτων έπρεπε να επανέλθει στα κανονικά πλαίσια. Για μας τούτο σήμαινε την ενεργοποίηση του Μηχανισμού Προγραμματισμού, ήτοι της Επιτροπής Προγραμματισμού (Γενικοί Διευθυντές Υπουργείων κι άλλοι Υπηρεσιακοί Παράγοντες υπό την προεδρία του Υπουργού Οικονομικών ή του Γενικού Διευθυντή του Γραφείου Προγραμματισμού) και της Κεντρικής Επιτροπής Προγραμματισμού (Υπουργοί υπό την προεδρία του Προέδρου της Δημοκρατίας ή του Υπουργού Οικονομικών).
Είναι γεγονός ότι παρεξηγήθηκε από διάφορες πλευρές η διακήρυξη εκείνη του Μακάριου. Ήταν όμως κι ένα μήνυμα σκληρής και συντονισμένης δουλειάς για επαναφορά της ευρωστίας της οικονομίας κι επάνοδο σε πορεία σταθερής κι απρόσκοπτης ανάπτυξης ανεξάρτητα από την πορεία επίλυσης του Κυπριακού. Μια εύρωστη οικονομία ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για ένα ευοίωνο μέλλον για τον τόπο σε κάθε περίπτωση.
Έτσι συγκάλεσα στις 24 Φεβρουαρίου 1975 συνεδρία της ολομέλειας της Επιτροπής Προγραμματισμού (Επιτροπή Προϋπολογισμού Ανάπτυξης και Επιτροπή επί Θεμάτων Πολιτικής) «προς μελέτη περαιτέρω μέτρων επαναδραστηριοποίησης της οικονομίας της Νήσου» κι επισύναπτα σχετικό Σημείωμα «πάνω σε ορισμένες από τις μέχρι τώρα ενέργειες της Κυβέρνησης προς την κατεύθυνση αυτή, καθώς και τις προβλεπόμενες μέσω του Προϋπολογισμού Αναπτύξεως του 1975». Και συνέχιζα:
«Οι ενέργειες αυτές πιθανόν να ήσαν ικανοποιητικές εάν το κυπριακό πρόβλημα ελύετο σύντομα κι οι πρόσφυγες επέστρεφαν στις εστίες τους. Δυστυχώς, όμως, φαίνεται ότι η παρούσα κατάσταση θα συνεχιστεί για αρκετό χρόνο, οπότε καθίσταται αναγκαία μια πιο ριζική αντιμετώπιση των οικονομικών προβλημάτων που δημιουργήθηκαν. Η επιτυχής αντιμετώπιση, στο μεταξύ, των προβλημάτων αυτών θα διαγράψει σε μεγάλο βαθμό και την τελική λύση του κυπριακού προβλήματος. Για τον σκοπό αυτό είναι ανάγκη η Επιτροπή Προγραμματισμού να αναλάβει πιο ενεργό ρόλο στον προγραμματισμό και συντονισμό των απαιτούμενων πρόσθετων δραστηριοτήτων».
Η συνεδρία της Επιτροπής ήταν ιδιαίτερα επιτυχής και αποτέλεσε ένα νέο ξεκίνημα για συλλογική και προγραμματισμένη αντιμετώπιση του οικονομικού μέλλοντος του τόπου. Αφού ξεκαθάρισε ο ρόλος της ΣΟΕ, που δημιούργησε κάποιες αμφιβολίες σε ορισμένα Υπουργεία, που δεν συμμετείχαν, κι ανασκοπήθηκε το έργο που επιτελέστηκε μέχρι τότε, ο περισσότερος χρόνος αφιερώθηκε στη συζήτηση του προβλήματος της ανεργίας, τις δυνατότητες απασχόλησης ανέργων στους διάφορους τομείς και τα έργα και τα μέτρα που έπρεπε να προωθηθούν προς τον σκοπό αυτό.
Μερικά από τα σχέδια που αναφέρθηκαν παραπέμφθηκαν σε Υποεπιτροπές ή τα ανέλαβε το Γραφείο Προγραμματισμού για περαιτέρω μελέτη και προώθηση (π.χ. απασχόληση στη ναυτιλία, ανάληψη εργολαβιών από Κυπρίους εργολάβους στο εξωτερικό, δραστηριοποίηση αρχιτεκτονικών γραφείων, γραφείων πολιτικών μηχανικών και συμβούλων εδώ και στο εξωτερικό κ.λπ).
Τέλος, συμφωνήθηκε να ετοιμαστεί επίσημα από το Γραφείο Προγραμματισμού Έκτακτο Σχέδιο Οικονομικής Δράσης κατόπιν υποβολής σχετικής πρότασης προς το Υπουργικό Συμβούλιο για έκδοση οδηγιών προς όλα τα Υπουργεία για συνεργασία. Παράλληλα συμφωνήθηκε τόσο η Επιτροπή Προγραμματισμού όσο και τα Υπουργεία να προωθήσουν συγκεκριμένα προγράμματα και σχέδια και να διευκολύνουν και υποβοηθήσουν τον ιδιωτικό τομέα για δραστηριοποίηση, με πρωταρχικό στόχο τη δημιουργία όσο το δυνατόν περισσότερων ευκαιριών απασχόλησης.
Με σχετικό Σημείωμά του προς το Υπουργικό Συμβούλιο στη συνεδρίασή του της 13ης Μαρτίου 1975, ο Υπουργός Οικονομικών και Πρόεδρος της Επιτροπής Προγραμματισμού το κατατόπισε για τις μέχρι τότε ενέργειες για επαναδραστηριοποίηση της οικονομίας και τόνισε την ανάγκη καλύτερης συστηματοποίησης των προσπαθειών αυτών, μεταξύ άλλων, με την αναθεώρηση του Τρίτου Σχεδίου Ανάπτυξης, 1972-1976 και την ετοιμασία ενός Έκτακτου Σχεδίου Οικονομικής Δράσης για τα υπολειπόμενα χρόνια.
Η εισήγηση έγινε δεκτή από το Υπουργικό Συμβούλιο, κοινοποιήθηκε στα Υπουργεία μαζί με σχετικά Καθοδηγητικά Σημειώματα του Γραφείου Προγραμματισμού για την ετοιμασία των προτάσεών τους για μελέτη και περίληψη στο Σχέδιο. Σε σχετική εγκύκλιο-επιστολή του προς όλους τους Υπουργούς, ο Υπουργός Οικονομικών στις 31 Μαρτίου 1975 κατέληγε: «ταχύτητα, φαντασία και αποτελεσματικότητα θα πρέπει να χαρακτηρίζουν την όλη προσπάθεια. Οι καιροί είναι χαλεποί και κρίσιμοι. Η κινητοποίηση όλων των Υπηρεσιών των Υπουργείων σας είναι άκρως απαραίτητη για την εργασία αυτή και την αντιμετώπιση των οικονομικών δεινών του τόπου.
Έχουμε θέσει ως στόχο την 1ην Μαΐου 1975, για την ετοιμασία και υποβολή των προτάσεων των Υπουργείων στο Γραφείο Προγραμματισμού. Δεν έχω αμφιβολία ότι όλα τα Υπουργεία θα επιδείξουν τον ζήλο που επιβάλλουν οι περιστάσεις στη συλλογική αυτή προσπάθεια σχεδιασμού της δραστηριοποιήσεως του τόπου. Με αυτό τον τρόπο προσφέρουμε μια ύψιστη υπηρεσία στην Κύπρο μας».
ΔΡ ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com




