Όχι, Θανάση της καρδιάς μας, δεν λέω για το όπλο που ξέμεινε στο κουφάρι του Νοράτλας, Νίκη 4, έναν τάφο χωρίς κερί και λιβάνι, σαράντα δύο χρόνια, για τα «παιδιά», όπως τα ’λεγες. Μόνος εσύ να τα μνημονεύεις και να τα μελετάς, ένα-ένα, με τα ονόματά τους. Με συντροφιά πάντα τις φωτογραφίες τους, θυμητάρι από τους οκτώ μήνες που ζήσατε μαζί σ’ έναν θάλαμο.
Για το μπαστούνι σου λέω, καταδρομέα Ζαφειρίου Αθανάσιε, που σε στήριζε από τότε που ξαναπερπάτησες - όπως μπορούσες πια να περπατάς, μετά το σάλτο από εβδομήντα πέντε μέτρα που έκανες φλεγόμενος για να γίνεις σύμβολο. Να σέρνεις κάθε Ιούλη τα βήματά σου στον Τύμβο της Μακεδονίτισσας, τις μνήμες σου στη Σούδα της Κρήτης.
Από κει κινήσατε νύχτα, χωρίς φώτα, θα κατεβαίνατε αθόρυβα να μας στηρίξετε. Θα δίνατε και το αίμα σας για την Κύπρο, λέγατε κι ας μην την είχατε δει ποτέ. Μόνο εσύ την είδες. Τους άλλους είκοσι επτά πρασινοσκούφηδες τους αγκάλιασε, έτσι πρόχειρα σκεπασμένους, το χώμα της.
Σαράντα δύο χρόνια, σαν σαλεμένος από τους πόνους, τους εφιάλτες, τις τύψεις γιατί έζησες, να τα λες, να τα ξαναλές, να τα ξαναζείς. Πόλεμος ήτανε, τι θα μοίραζαν, κουφέτα; Σφαίρες, ναι, μα να πάνε τόσα παιδιά από δικές μας; Και να σε τρώει το «γιατί;» κι απάντηση να μη βρίσκεται χριστιανός να σου δώσει. Η φωνή σου τσιριχτή να τρυπάει τ’ αφτιά, τα χέρια σου να πετιούνται σαν από ελατήριο, τα μάτια σου μια ν’ αστράφτουν, μια να πνίγονται σε λίμνες πόνου.
Τη ζήσαμε, Θανάση, κι εκείνη τη νύχτα κι άλλες πολλές, με συσκότιση, με παιδιά να μην ξεκολλάνε από πάνω μας, με ριπές να κεντάνε σταυροβελονιά τα κεραμίδια. Στη μνήμη μας πια σαν ασπρόμαυρη κινηματογραφική ταινία. Πέρσι στεκόσουν ντούρος μπροστά στα λιγοστά κοκκαλάκια που βρέθηκαν, αφού πάρθηκε πια η απόφαση για εκταφές.
Τυχερός να το πω, θα ’ναι ύβρις, μα συγχώρα με, τη σκαπούλαρες την παράσταση που θα παιχτεί του χρόνου, όταν θα παραδοθούν τα υπόλοιπα σ’ όσους δικούς ζουν ακόμα, με τιμές, λογύδρια και πατριωτικές, τάχα μου, κορώνες. Τι να τα κάνουν η μάνα κι η αδελφή τα κοκκαλάκια; Τον λεβέντη τους περίμεναν. Φόβος μεγάλος αν ήσουν εδώ να μην κρατιόσουν και ν’ άρχιζες να βαράς κεφάλια με το μπαστούνι σου.
Τώρα, εκεί πάνω σε περιμένει ο άλλος Θανάσης. Τι ποιος Θανάσης; Ρωτάς; Αυτός που με την τρεχάλα, τις γκριμάτσες, τις φωνές, τα τσιρίγματά του, τις πρόκες που έμπηγε στη νεοελληνική τσαπατσουλιά, την απάθεια, τη μιζέρια, έφτιαχνε το πορτρέτο της Ελλάδας που μασάει σαν στραγάλια τα παιδιά της. (Αθάνατε Βέγγο, αθάνατε Κυπριώτη Ντίνο Κατσουρίδη). Εδώ, του χάρου του ’βγαλες τα μάτια, μ’ αυτούς θα κωλώσεις;
Άρπα, λοιπόν, Θανάση, το μπαστούνι και ρώτα, πού στην ευχή χάθηκε το σήμα πως έρχονταν φαντάροι να μας στηρίξουν και τους αφανίσαμε, ποιος ξεπλένει την ντροπή, ποιος πλήρωσε για την προδοσία, για τον χαμό καθάριων ψυχών στην πιο όμορφη στιγμή τους; Ρώτα, στον χρόνο, στα δύο, άντε στα τέσσερα που έχει συντελεστεί η διάλυση, δεν μπορούσε να ξεθαφτεί ό,τι απέμεινε, να ’χει τις τιμές και τον σεβασμό που αξίζει;
Βάρα και δείχνε τους τα σημάδια του μαρτυρίου σου, στο κορμί σου μόνο, γιατί από ψυχές αυτοί δεν νογάνε. Θα λένε, ε, έζησε σαράντα δύο χρόνια, μεγάλη χάρη τού έκανε ο Ύψιστος. Πού να νιώσουν πως η χάρη ήταν για μας, Θανάση, που έσερνες την κομματιασμένη ύπαρξή σου ώς εδώ, να μας ξυπνάς μια φορά το χρόνο από το λήθαργο.
Στο καλό να πας, γαλήνη να βρεις, εκεί στη γωνιά, στο χωριό σου, το Φίλυρο, ψηλά στη Θεσσαλονίκη. Μεγάλη πια η απόσταση, μα θα ’σαι πάντα εδώ. Κι όσο θα είμαστε κι εμείς που σε ζήσαμε, από καρδιάς στο λέμε, δεν κινδυνεύεις να σε περάσουμε για ήρωα ασπρόμαυρης ταινίας και να σε ρωτήσουμε «Τι έκανες στον πόλεμο, Θανάση;» Λες να μην ξέρουμε;
ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ




