Αχ, ρε Φλαφ, τι κρικέλι πέρασες στην αλυσίδα της αγάπης ζώου για άνθρωπο! Τριάντα τέσσερα στη σειρά τα φέρετρα στο Ασκόλι Πιτσένο που ρήμαξε ο σεισμός. Γύρω χαμός κι εσύ πάνω απ’ αυτό που έκρυβε τον άνθρωπό σου, τον Αντρέα.
Με το καφέ χαρακτηριστικό χρώμα της ράτσας σου, του Κόκερ Σπάνιελ, την υγρή μουσούδα, τα κρεμαστά σγουρά αφτιά, τη θλίψη στα μάτια, σαν τρελαμένος να απλώνεις -χέρι να το πω, πόδι να το πω;- να χαϊδεύεις ό,τι αγαπούσες που φεύγει και να μην φεύγεις με τίποτα. Μόνος οδηγός, η μυρωδιά του αγαπημένου σου.
Τι θα κάνεις μετά, δεν θα το μάθουμε. Δεν είσαι βλέπεις ο Χάτσικο, που δεκαετία του τριάντα άφηνε κάθε πρωί τον καθηγητή ιδιοκτήτη του στον σταθμό του τρένου και τον περίμενε να γυρίσουν μαζί στο σπίτι. Κι όταν αυτός μια μέρα δεν γύρισε -πέθανε στο πανεπιστήμιο από εγκεφαλικό- ο Χάτσικο για χρόνια έκανε κάθε μέρα, με το ίδιο ωράριο, το ίδιο δρομολόγιο κι έγινε θρύλος στο Τόκυο.
Δεν είσαι βλέπεις η Ήρα που, πάνω από τον λατρεμένο δολοφονημένο κύριό της, μόνο δάκρυ δεν έβγαζε, οι λυγμοί της συγκλόνιζαν. Και που, λίγες μέρες μετά, βρέθηκε κάτω από τις ρόδες αυτοκινήτου -πόσα πια κυκλοφορούσαν στον χωματόδρομο της Αγλαντζιάς;- και άφησε τα τρία ορφανά της συντροφιά στα ορφανά του αγαπημένου της - αφέντη δεν μου έρχεται να τον πω, φίλος ήταν.
Δεν είσαι βλέπεις ο Άρης, που, πρησμένος από τη φόλα (σφουγγάρι τηγανισμένο) που τον κέρασαν καλοί γείτονες, μέτρησε με τρεμάμενα πόδια την απόσταση από το σπίτι ώς το μαγαζί -και δεν ήταν και λίγη- έγλειψε τα χέρια του μαστρο-Μήτσου, γύρισε στο σπίτι και άφησε το κορμάκι του στα κάγκελα μπροστά.
Πόσες τέτοιες ιστορίες αγάπης άδολης! Να σε κοιτάνε δυο μάτια με τόση τρυφεράδα, με τόση εμπιστοσύνη, τόση ευγνωμοσύνη, να σου κουνάν ουρά, να κρύβονται στην αγκαλιά σου. Μακριά από μας η φράση «γνώρισα τον άνθρωπο κι αγάπησα τα ζώα». Καλοί, κακοί, σκληροί, άγριοι, βασιλεύουν και στα δύο βασίλεια, των λογικών και των άλογων. Όπως και ευγνώμονες, πιστοί, ειλικρινείς, άδολοι.
Μόνο που στη σχέση με τα ζώα λείπει η σωστή παιδεία: Πώς αποφασίζεις να πάρεις ένα ζώο, τι υποχρεώσεις έχεις, τι προφυλάξεις χρειάζεσαι. Οι ζωόφιλοι -όχι φιλόζωοι, αυτοί αγαπούν τη ζωή, όχι τα ζώα- έχουν έναν τρανταχτό επιχείρημα: Αν δεν το πειράξεις το ζώο δεν θα σε πειράξει. Μόνο το άγνωστο, το ξάφνιασμα κι ο φόβος του ανθρώπου που τον νιώθει το ζώο, το οδηγεί στην άμυνα. Και μιλάμε για τα εξημερωμένα ζώα.
Ε, πέστε μου τώρα πως και άνθρωποι δεν σε πειράζουν αν δεν τους πειράξεις! Ναι, αμέ! Βέβαια, αλίμονο, είχαμε και δολοφονίες ανθρώπων από ζώα. Γιατί, δεν είχαμε και δολοφονίες ανθρώπων από ανθρώπους, για ασήμαντη αφορμή ή για να εξυπηρετηθεί ένας σκοπός; Αυτοί δεν έχουν και το δικαιολογητικό της άγνοιας των συνεπειών της πράξης τους, όπως τα ζώα. Εκείνα μόνο αμύνονται.
Δεν έχουμε δει ανθρώπους να βγάζουν, ο Θεός ξέρει τι, απωθημένα, με απίστευτη σκληρότητα σε ζώα; Και από την άλλη δεν είναι υπερβολή τα παλτουδάκια και τα κολάρα με πετράδια στα σκυλάκια σαλονιού;
Να μπούμε στα χωράφια της γενετικής και της ψυχολογίας και να ψάξουμε μήπως ράτσα για τα ζώα, καταβολές, μεγάλωμα, συνθήκες για τους ανθρώπους, έχουν βασικό ρόλο στην κάθε αντίδραση και των δύο ειδών; Ίσως, μα ο άνθρωπος μόνο έχει τη λογική να βάζει -και να μην παραβιάζει- όρια, να αυτοπροστατεύεται και να προστατεύει τους άλλους, αλλά κυρίως τα ζώα. Που δεν κρατάνε στα χέρια τους τη ζωή ανθρώπων.
Άνθρωποι κρατάνε στα χέρια τους τη ζωή των άλογων όντων που δίνουν αγάπη, ευγνωμοσύνη, ζεστασιά, στη ζωή των ανθρώπων, χωρίς να περιμένουν ανταπόδοση, χωρίς να διστάζουν και να θυσιαστούν αν χρειαστεί (είχαμε τόσα παραδείγματα!). Τα βρίσκει εύκολα κανείς αυτά στα λογικά όντα; Άσ' το καλύτερα. «Άνθρωπος ανθρώπου λύκος» κατά την αρχαία λατινική ρήση: «Ο άνθρωπος για τον άνθρωπο γίνεται λύκος». Καμιά αντίρρηση μήπως;




