«ΤΗΣ ΠΑΦΛΑΓΟΝΟΥ το κλέος και Γαγγραίων το καύχημα και θαυματουργός ανεδείχθης, Μεγαλομάρτυς Μάμα ένδοξε»
Πανηγυρίζει στις 2 Σεπτεμβρίου η Εκκλησία μας τη μνήμη του Αγίου Μάμαντος, ενός αγίου πολύ αγαπητού απ' τους πιστούς, και μάλιστα τους αγρότες μας, οι οποίοι τον έχουν προστάτη και βοηθό στις γεωργοκτηνοτροφικές τους ασχολίες. Μπορεί ο Άγιος Μάμας να μη γεννήθηκε, ούτε να έδρασε στα χώματα της Κύπρου μας, η παράδοση όμως τον θέλει να συνδέεται με το νησί μας, έστω και μετά το μαρτυρικό του τέλος.
Σύμφωνα λοιπόν με την παράδοση, την περίοδο της Εικονομαχίας, οι εχθροί της Εκκλησίας δεν στρέφονταν μόνο εναντίον των αγίων εικόνων αλλά και των ιερών λειψάνων. Οι κάτοικοι τότε της Καισάρειας, στην οποία φυλάγονταν τα οστά του αγίου, έριξαν τη μαρμάρινη λάρνακα με τα λείψανά του στη θάλασσα. Δεν είχαν άλλο τρόπο, βλέπετε, να σώσουν τα ιερά τους κειμήλια.
Η θεία Πρόνοια θα οδηγήσει τη λάρνακα του Αγίου στην κωμόπολη της Μόρφου, γιατί εδώ στην εσχατιά της Μεσογείου δεν μπορούσε να φτάσει η μανία των εικονομάχων κατά των ιερών εικόνων και των αγίων λειψάνων.
Οι Μορφίτες τότε περισυνέλεξαν τα οστά με ιερό σεβασμό και έκτισαν προς τιμήν του Αγίου περικαλλή ναό.
Απ' τη Μόρφου η αγάπη του πιστού λαού μας για τον Άγιο Μάμα επεκτάθηκε σ' όλη την Κύπρο. Τουλάχιστον εβδομήντα ιεροί ναοί είναι αφιερωμένοι στη μνήμη του. Οι εκκλησιές αυτές είναι εγκατασπαρμένες σ' ολόκληρη την πατρίδα μας, ελεύθερη και κατεχόμενη.
Ανάμεσα στις εκκλησίες που είναι αφιερωμένες στον παιδομάρτυρα άγιο της Παφλαγονίας συγκαταλέγεται και ο ναός του δικού μας χωριού, της Βιτσάδας Αμμοχώστου.
Πολλοί άνθρωποι, για να πιστέψουν, αναζητούν ένα θαύμα, έναν τυφλό για παράδειγμα να βρίσκει το φως του, έναν παράλυτο να στέκεται στα πόδια του… Δεν είναι όμως θαύμα το γεγονός πως οι τριακόσιοι μόλις κάτοικοι της Βιτσάδας, οι φτωχοί γεωργοί και κτηνοτρόφοι, οι φαμελιάρηδες με τα έξι και οκτώ παιδιά μπόρεσαν μέσα σε δύσκολες συνθήκες να ανεγείρουν τον περικαλλή ναό, το καύχημα και το στολίδι του χωριού μας;
Η αγάπη προς τον άγιο, αλλά και η ενίσχυση που αυτός πρόσφερε ήταν οι συντελεστές του θαύματος. Η παρουσία του αγίου ήταν κάτι παραπάνω από αισθητή σ' ολόκληρο το χωριό και τον κάμπο της Βιτσάδας, μα κυρίως στον ιερό του ναό. Πόσοι και πόσοι κάτοικοι του χωριού δεν έβλεπαν τον άγιό μας, λουσμένο μέσα σε υπερκόσμιο φως, να μπαίνει ή να βγαίνει απ' τον ναό του και να βρίσκεται πάντοτε βοηθός και αρωγός σε κάθε τους δύσκολη περίσταση;
Τούτη λοιπόν τη μέρα, που γιορτάζει ο άγιός μας, ο νους και η καρδιά μας φτερουγίζουν εκεί, στον σεπτό ναό του.
Σε τούτο το νοερό ταξίδι επιστροφής στα ιερά μας χώματα δεν μας φράσσουν τον δρόμο τα συρματοπλέγματα της ντροπής. Ούτε πάλι χρειάζεται να μπούμε σε μια ταπεινωτική διαδικασία, να επιδεικνύουμε δηλαδή ταυτότητες και διαβατήρια και να νιώθουμε ξένοι στην ίδια μας την πατρίδα.
Θυμούμαστε με πόση χαρά πανηγυρίζαμε τη μνήμη του πολιούχου μας Αγίου. Το πανηγύρι του χωριού ήταν το πιο σημαντικό γεγονός στην ήσυχη ζωή της μικρής μας κοινότητας.
Θυμούμαστε ακόμη και την κοινωνική διάσταση της γιορτής. Ο κάθε συγχωριανός μας θα καλούσε στο πανηγύρι όλους τους συγγενείς και φίλους που ζούσαν σε άλλες κοινότητες και θα έστηνε γλέντι τρικούβερτο. Πρώτος, βέβαια, μουσαφίρης και εκλεκτός συνδαιτυμόνας και φιλοξενούμενος ήταν ο ίδιος ο Άγιός μας.
Πονούμε όμως και είναι η θλίψη μας μεγάλη και αβάστακτη, γιατί ο ναός μας, από χώρος τιμής και σεβασμού προς τον άγιό μας και τόπος λατρείας του αληθινού Θεού, έγινε τέμενος των μουσουλμάνων. Τι κι αν λίγα μέτρα πιο κάτω βρισκόταν ο δικός τους χώρος προσευχής, ο οποίος κάλλιστα θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τις δικές τους θρησκευτικές ανάγκες;
Ενώ λοιπόν δεν απεμπολούμε τον στόχο της επαναπροσέγγισης, τονίζουμε με έμφαση πως απαραίτητη προϋπόθεση ειρηνικής συμβίωσης είναι ο σεβασμός και από τις δύο κοινότητες της ιστορίας και του πολιτισμού τους.
Τούτη λοιπόν τη μέρα που πανηγυρίζει ο Άγιός μας ευχόμαστε και προσευχόμαστε γρήγορα να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις που να μας επιτρέπουν πραγματικά ελεύθεροι να πανηγυρίζουμε τη μνήμη του. Κι ας μην ξεχνούμε πως η εισβολή και η κατοχή δεν είναι πρόβλημα μόνο στρατιωτικό και εθνικό. Υπάρχει και η θρησκευτική διάσταση, γι' αυτό θα πρέπει να αναζητήσουμε και τη θρησκευτική λύση του προβλήματός μας. Αυτή η λύση δεν είναι άλλη από τη μετάνοια, την προσευχή, την τιμή των αγίων μας.
Βρισκόμαστε στο 260 μ.Χ. Οι διωγμοί κατά των χριστιανών συνεχίζονται με πολλή μανία και μίσος.
Οι χριστιανοί όμως, παρά τις απειλές για φοβερά βασανιστήρια, για δημεύσεις περιουσιών, για φρικτό θάνατο, διακηρύττουν με τόλμη και θάρρος την πίστη τους.
Υπάρχουν βέβαια και οι πιο γενναίοι, που τολμούν και κηρύττουν τον Χριστό. Ανάμεσα σ' αυτούς συγκαταλέγονται και ο Θεόδοτος μαζί με τη γυναίκα του, τη Ρουφίνα. Πρόκειται για τους γονείς του Αγίου μας, οι οποίοι, παρά την αριστοκρατική τους καταγωγή (ήταν πατρίκιοι), προσπαθούν να φέρουν κοντά στον Χριστό ανθρώπους που πίστευαν σε ψεύτικους και ανύπαρκτους θεούς και να τους απαλλάξουν έτσι από την πλάνη της ειδωλολατρίας.
Αυτή τους όμως η ενέργεια εξοργίζει τον έπαρχο της Παφλαγονίας, καθώς και τον ηγεμόνα της Καισάρειας, οι οποίοι τους συλλαμβάνουν και τους υπόσχονται φρικτά βασανιστήρια, αν δεν αρνηθούν τον Χριστό. Ο Θεόδοτος φοβάται μήπως λυγίσει και θυσιάσει στους ψεύτικους Θεούς. Παρακαλεί λοιπόν τον Θεό να του πάρει την ψυχή, αν, ως παντογνώστης που είναι, γνωρίζει ότι δεν έχει το σθένος να αντέξει ώς το τέλος. Άγγελοι λοιπόν Κυρίου θα πάρουν την ψυχή του.
Λίγες ώρες αργότερα, μέσα στη φυλακή, η Ρουφίνα θα φέρει στον κόσμο ένα παιδί και στη συνέχεια θα παραδώσει και αυτή το πνεύμα της στον Κύριο. Τι θα γινόταν όμως το μικρό βρέφος που κλαυθμύριζε στη φυλακή, μόνο και απροστάτευτο, ανάμεσα στα νεκρά σώματα των γονέων του; Ο Θεός, ο οποίος για όλα προνοεί, έστειλε έναν άγγελο σε μια ευσεβή γυναίκα, την Αμμία, με την εντολή να ζητήσει από τον ηγεμόνα τα λείψανα των μαρτύρων καθώς και το μικρό βρέφος, το οποίο και υιοθέτησε.
Το παιδάκι αυτό, σύμφωνα με μια παράδοση, ήτανε άλαλο. Μόλις μπόρεσε να μιλήσει, η πρώτη λέξη που μπόρεσε να αρθρώσει ήταν το μάμα, για αυτό η θετή του μητέρα τον ονόμασε Μάμα.
Ο Μάμας θα φοιτήσει στα καλύτερα σχολεία, η Αμμία ήτανε, βλέπετε, πολύ πλούσια. Εδώ ο Μάμας θα ξεχωρίσει για την εξυπνάδα, την επιμέλεια αλλά και την ευσέβειά του. Από πολύ μικρός θα γίνει κήρυκας του Χριστού. Κανένας από τους συμμαθητές του δεν προσερχόταν στις ειδωλολατρικές τελετές. Αυτό βέβαια εξόργισε τους τοπικούς άρχοντες, οι οποίοι συνέλαβαν τον Μάμα και τον ανέκριναν. Ο άγιος με τόλμη ομολογεί την πίστη του, λέει όμως στον διοικητή της Καισάρειας πως μόνο ο αυτοκράτορας μπορεί να τον δικάσει, μιας και καταγόταν από αριστοκράτες γονείς.
Τον στέλνουν λοιπόν στον Αυρηλιανό, τον καίσαρα της Ρώμης, ο οποίος, με υποσχέσεις πρώτα, με απειλές αργότερα, προσπαθεί να πείσει τον Μάμα να θυσιάσει στα είδωλα. Ο άγιος όμως παραμένει ακλόνητος και διακηρύττει με θάρρος την πίστη του. Ακολουθούν φρικτά βασανιστήρια: άγριοι ξυλοδαρμοί, κάψιμο των μελών με δαυλούς. Ο Θεός όμως είτε ενδυναμώνει τον άγιο, είτε τον διατηρεί άτρωτο από τις φλόγες.
Όταν είδε και απόειδε ο αυτοκράτορας, δίνει εντολή να τον ρίξουν στη θάλασσα, αφού δέσουν στον λαιμό του μεγάλη πέτρα. Ενώ όμως πήγαιναν προς τη θάλασσα, άγγελος Κυρίου τον ελευθέρωσε και τον πρόσταξε να ανέβει σε ένα ψηλό βουνό στην Καισάρεια και να μείνει εκεί. Θα κατοικήσει τότε σε μια βραχοσπηλιά, όπου θα προσεύχεται και θα υμνεί ακατάπαυστα τον Θεό. Και εκεί μέσα στην ησυχία, την προσευχή και την αγιότητα έρχονταν τα αγρίμια του βουνού και έκαναν συντροφιά στον Άγιο. Με αγγελική απλότητα τα άρμεγε και με το γάλα τους έκανε τυρί, που ήταν η τροφή του, μαζί με άγρια χόρτα.
Με αυτά ζούσε και όσο τυρί τού περίσσευε, το μοίραζε στους φτωχούς, όταν κατέβαινε στην Καισαρεία. Γι' αυτό τον λόγο οι βοσκοί έχουν για προστάτη άγιο τον Άγιο Μάμα και οι αγιογράφοι τον εικονίζουν πάντα με ένα μικρό ελαφάκι στην αγκαλιά.
Πολύ γρήγορα η φήμη του Αγίου θα εξαπλωθεί σ' όλη τη γύρω περιοχή. Ο έπαρχος της Καισάρειας, όταν πληροφορήθηκε τα σχετικά, έστειλε στρατιώτες για να τον συλλάβουν.
Ο Άγιος, όχι μόνο δεν θα κρυφτεί για να αποφύγει τη σύλληψη, μα θα προϋπαντήσει και θα φιλοξενήσει τους στρατιώτες. Και όταν, σύμφωνα με ό,τι γινόταν κάθε μέρα, ήρθαν τα άγρια ζώα, για να τα αρμέξει, τότε κατάλαβαν οι στρατιώτες ότι είχαν μπροστά τους έναν άγιο, ο οποίος κατευόδωσε τους στρατιώτες και τους διαβεβαίωσε ότι θα αυτοπαραδινόταν ο ίδιος στον έπαρχο, πράγμα που βέβαια έκανε.
Αυτός διατάζει να ξεσκίσουν τις σάρκες του μάρτυρα. Τα βασανιστήρια είναι φρικτά, για αυτό φωνή εξ ουρανού εμψυχώνει τον μάρτυρα. Στη συνέχεια θα τον ρίξει σε πυρακτωμένο καμίνι, το οποίο, όπως και στην περίπτωση των τριών παίδων, αντί να τον καίει, τον δροσίζει.
Στη συνέχεια τον ρίχνουν σε λάκκο με πεινασμένα θηρία, τα οποία όμως αντί να τον κατασπαράξουν, θα σκύβουν και θα τον προσκυνούν.
Τέλος, ένας στρατιώτης θα διαταχθεί να ρίξει ακόντιο, για να ολοκληρωθεί έτσι το μαρτύριο του Αγίου.
ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΠΑΠΑΜΙΧΑΗΛ
Δάσκαλος - Θεολόγος




