Τις τελευταίες εβδομάδες εν όψει της συζήτησης της διεθνούς πτυχής του Κυπριακού -ασφάλεια, στρατεύματα, εγγυήσεις- παρατηρείται πληθώρα δηλώσεων από τουρκικής και τουρκοκυπριακής πλευράς, που παρουσιάζουν τη διατήρηση των εγγυήσεων της Τουρκίας ως αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση οποιασδήποτε λύσης στο Κυπριακό.
Η τουρκική αυτή τακτική δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη. Οι εγγυήσεις του 1960, πέραν του ότι αποτελούν ένα βαθύτατο αναχρονισμό, συνιστούν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μια παγκόσμια πρωτοτυπία. Γνωρίζουν οι Τούρκοι ότι θα έχουν μεγάλη δυσχέρεια να πείσουν τη διεθνή κοινότητα για την αναγκαιότητα διατήρησης ή έστω παραλλαγής τους.
Είναι πολύ καλά γνωστό στη διεθνή κοινότητα ότι μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ο θεσμός των Συνθηκών Εγγυήσεως, μέσω των οποίων ένα ή περισσότερα κράτη εγγυώνται το εδαφικό ή νομικό καθεστώς ενός τρίτου κράτους έχει εφαρμοσθεί μία μόνο φορά, στην περίπτωση της Κύπρου με τη Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960.
Η διεθνής κοινότητα άφησε πίσω της τα κράτη υπό κηδεμονία και τα προτεκτοράτα.
Η εξέλιξη του Διεθνούς Δικαίου και της ισότητας μεταξύ κρατών έθεσε στο περιθώριο της ιστορίας τέτοιες ρυθμίσεις υπονομευτικές της κυριαρχίας τους.
Το νομικό σχήμα όπου συγκεκριμένα κράτη αναλάμβαναν τον ρόλο των εγγυητριών δυνάμεων έχει περιέλθει σε απόλυτη αχρησία από τη δεκαετία του 1960 και σε ουσιαστική αχρησία από το 1945. Τον ρόλο της παροχής εγγυήσεων έχει αναλάβει κάποιες φορές ο ΟΗΕ.
Το 1964 ο τότε Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπίσκοπος Μακάριος ζήτησε από τον τότε Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, όπως ετοιμάσει εσωτερικό σημείωμα σε σχέση με το κύρος και τη δυνατότητα καταγγελίας της Συνθήκης Συμμαχίας. Ο Τορναρίτης καταλήγει στο σημείωμά του ότι η Συνθήκη Συμμαχίας μπορεί να τερματιστεί λόγω ουσιώδους παράβασης της Συνθήκης από την Τουρκία. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα. «Αν και η Κυβέρνηση της Δημοκρατίας θα συναντούσε μεγάλες δυσκολίες σε προσπάθειά της για τερματισμό της Συνθήκης Συμμαχίας με μονομερή πράξη, εντούτοις θα είχε ευκολότερο έργο αν ο τερματισμός ζητηθεί λόγω ουσιώδους παράβασης της Συνθήκης αυτής από ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη. Η μεγάλη πλειοψηφία των συγγραφέων αναγνωρίζουν ότι παραβίαση Συνθήκης από ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δημιουργεί δικαίωμα του ετέρου των συμβαλλομένων όπως καταγγείλει ή αναστείλει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του που απορρέουν από τη Συνθήκη. Βέβαια η παράβαση της Συνθήκης θα πρέπει να αφορά σε ουσιώδες μέρος αυτής και να μην είναι ασήμαντη ή φαντασιώδης. Η άποψη αυτή έγινε αποδεκτή από την Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου στο άρθρο 42 της Έκθεσής της.
»Δύναται να υποστηριχθεί ότι η Τουρκία παραβίασε τη Συνθήκη Συμμαχίας από πολλές απόψεις: α) Αν και με το άρθρο ΙΙ αυτής ανέλαβε την υποχρέωση όπως αποκρούσει οποιαδήποτε επίθεση ή επιδρομή, άμεση ή έμμεση, κατευθυνόμενη κατά της ανεξαρτησίας ή της εδαφικής ακεραιότητας της Δημοκρατίας της Κύπρου, εντούτοις προέβη σε πράξεις επιδρομής εναντίον της πολιτικής ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Δημοκρατίας, διά των επανειλημμένων απειλών της Κυβέρνησης της περί ένοπλης επέμβασης και δι’ ενεργειών, που κατά το τέλος Δεκεμβρίου του 1963 και τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 1964 έχουν καταστήσει εντεινόμενη την απειλή, διά παραβιάσεως του εναερίου χώρου της Δημοκρατίας με σκοπό εκφοβισμού και διά συσσωρεύσεως ενόπλων δυνάμεων επί της τουρκικής ακτής και της κίνησης των τουρκικών ναυτικών δυνάμεων εις τα γειτνιάζοντα ύδατα, κατά τρόπο που να απειλεί ένοπλη επέμβαση. Το ότι η απειλή χρήσης βίας αποτελεί επιδρομική ενέργεια αναγνωρίζεται στο διεθνές δίκαιο, ιδίως όταν αυτή συνοδεύεται από πραγματική παραβίαση του εναερίου χώρου ή άλλων προπαρασκευαστικών πράξεων διά επιδρομή.
»β) Κατά παράβαση του άρθρου 2 της Συνθήκης Συμμαχίας η Τουρκία επέτρεψε στα στρατεύματά της, που ήταν στρατοπεδευμένα στην Κύπρο στη βάση της Συνθήκης, όπως παραβιάσουν την εδαφική ακεραιότητα της Δημοκρατίας, εξουσιοδοτώντας τα στρατεύματα αυτά όπως κινούνται στο έδαφος της Δημοκρατίας και όπως λαμβάνουν θέσεις στο έδαφος από κατά παράβαση των ρητών προβλέψεων της αναφερόμενης πιο πάνω Συμφωνίας.
»γ) Η Τουρκία παραβίασε τις αναληφθείσες υποχρεώσεις της στη βάση της Συνθήκης, με το να επιτρέπει ή να ανέχεται ή να ενθαρρύνει ή να υποβοηθά, πολιτική που να αποσκοπεί στον διαμελισμό του εδάφους της Δημοκρατίας, την εδαφική ακεραιότητα της οποίας ανέλαβε να προασπίσει με τη Συνθήκη.
»δ) Οι επανειλημμένες δηλώσεις ότι ο διαμελισμός ή η ομοσπονδοποίηση είναι η λύση την οποία η τουρκική Κυβέρνηση τώρα επιζητεί, η στάση της και η εν γένει διαγωγή της όχι μόνο δεν είναι σύμφωνες προς τη στάση και διαγωγή συμμάχου, αλλά τείνουν να καταστρέψουν και αυτήν τη βάση της Συμμαχίας.
»Κατά τον χρόνο της συνομολόγησης και υπογραφής της Συνθήκης, η Δημοκρατία της Κύπρου δεν ήταν μέλος των Ηνωμένων Εθνών και δεν μπορούσε συνεπώς να επικαλεστεί την προστασία που διασφαλίζεται στα μέλη του ΟΗΕ με βάση τον Καταστατικό του Χάρτη. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τις περιπτώσεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω, συνιστά τέτοιου είδους ουσιώδη μεταβολή που δικαιολογεί αίτημα για απαλλαγή, σύμφωνα με τις αρχές του διεθνούς δικαίου, από τις υποχρεώσεις που επιβλήθηκαν με τη Συνθήκη».
Το πιο πάνω σημείωμα είναι άκρως διαφωτιστικό σε σχέση με την αντιμετώπιση που θα πρέπει να έχει η Κυπριακή Δημοκρατία ως προς τη Συνθήκη Συμμαχίας. Ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κάποιος ότι το πιο πάνω σημείωμα γράφηκε πριν από την εισβολή του 1974, δηλαδή προτού η Τουρκία παραβεί με τον πλέον απροκάλυπτο τρόπο τις υποχρεώσεις της που πήγαζαν από τη Συνθήκη Συμμαχίας. Μετά την Τουρκική εισβολή του 1974 η επιμονή για διατήρηση της Συνθήκης Συμμαχίας, και μάλιστα για ανανέωση αυτής, στο πλαίσιο ενδεχόμενης λύσης του κυπριακού προβλήματος συνιστά πολιτικό αυτοχειριασμό και καθιστά θνησιγενές και με ημερομηνία λήξης το κυπριακό κράτος.
Ούτως ή άλλως η Τουρκία με την εισβολή του 1974, τη συνεχιζόμενη κατοχή και την ανακήρυξη του ψευδοκράτους το 1983 κατέστησε τη Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960 άκυρη και ανενεργή.
Όμως το ίδιο ισχύει και για τη Βρετανία.
Κατά σαφή παραβίαση των υποχρεώσεών της δυνάμει της Συνθήκης Εγγυήσεως και συμμαχίας αρνήθηκε να παρεμποδίσει την τουρκική εισβολή του 1974. Αντίθετα, διά πράξεων και παραλείψεων υπήρξε συνένοχος στο δίδυμο έγκλημα εις βάρος της πατρίδας μας. Στη συνέχεια αρνείται συστηματικά να ενεργήσει για την ανατροπή της τουρκικής κατοχής και την αποκατάσταση της ανεξαρτησίας, της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Παρέλειψε να λάβει οποιοδήποτε μέτρο για την αποτροπή και ανατροπή της παράνομης ανακήρυξης του ψευδοκράτους, ενώ σήμερα πρωταγωνιστεί σε ενέργειες για αναβάθμιση του παράνομου μορφώματος στα κατεχόμενα.
Με βάση όλα αυτά είναι φανερό ότι η Βρετανία, ακόμα και αν γινόταν αποδεκτό οποιοδήποτε ψήγμα διεθνούς νομιμότητας στη Συνθήκη Εγγυήσεως, έχει υποπέσει στο αδίκημα της κατά συρροήν και κατ’ εξακολούθησιν μονομερούς παραβίασης της Συνθήκης.
Όλα τα πιο πάνω συνηγορούν με την άποψη ότι η Συνθήκη Εγγυήσεως κατέστη ανενεργός και άκυρη. Αυτό αναφέρεται ρητά στη Σύμβαση της Βιέννης επί του Δικαίου των Συνθηκών, η οποία κυρώθηκε από τη Βουλή των Αντιπροσώπων με τον Νόμο αριθμός 62, που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 18.12.1976.
Αναφέρει το άρθρο 60 της Συνθήκης:
«Άρθρον 60
Τερματισμός ή αναστολή της εφαρμογής συνθήκης τινός
Συνεπεία αθετήσεώς της
»1. Ουσιώδης αθέτησις πολυμερούς τινός συνθήκης υφ’ ενός των μερών παρέχει δικαίωμα
(β) εις το ειδικώς επηρεαζόμενον εκ της αθετήσεως μέρος να επικαλεσθή ταύτην ως λόγον αναστολής της εφαρμογής της συνθήκης εν των συνόλω ή εν μέρει εις τας σχέσεις αυτού μετά του υπαιτίου της αθετήσεως Κράτους.
(γ) εις οιονδήποτε μέρος, πλην του υπαιτίου της αθετήσεως Κράτους, να επικαλεσθή ταύτην ως λόγον αναστολής της εφαρμογής της συνθήκης εν τω συνόλω ή εν μέρει έναντι εαυτού εάν η συνθήκη είναι τοιαύτης φύσεως ώστε ουσιώδης αθέτησις των διατάξεών της υφ’ ενός μέρους να μεταβάλλει ριζικώς την θέσιν εκάστου μέρους εν σχέσει προς την περαιτέρω εκπλήρωσιν των εκ της συνθήκης υποχρεώσεων αυτού.
»3.Διά τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ουσιώδη αθέτησιν συνιστά:
(α) η μη επιτρεπομένη υπό της παρούσης Συμβάσεως απόρριψις της συνθήκης ή
(β) η παράβασις διατάξεως τινός σημαντικής διά την επίτευξιν του αντικειμένου ή του σκοπού της συνθήκης».
Βέβαια προτιμότερη σε κάθε περίπτωση είναι η διά συμφωνίας των τριών εγγυητριών δυνάμεων κατάργηση των εγγυήσεων. Κάτι που διευκολύνεται από την κατηγορηματική θέση της Ελλάδας και την έστω «ασθενή» θέση της Βρετανίας.
Πάντως καταληκτικά πρέπει να υπογραμμιστεί ότι τυχόν αποδοχή εγγυητριών δυνάμεων και εγγυητικών και επεμβατικών δικαιωμάτων σε μια λύση του Κυπριακού θα συνιστούσε εξ υπαρχής νάρκη στα θεμέλια του Κράτους και συνταγή καταστροφής του.
Ο αναχρονιστικός θεσμός των εγγυήσεων πρέπει οριστικά να τεθεί στο περιθώριο της ιστορίας. Εγγύηση είναι η συμμετοχή της Κύπρου στον ΟΗΕ, όπως συμβαίνει με όλα τα κράτη του κόσμου, οι αρχές του Διεθνούς Δικαίου και οι συναφείς διεθνείς συμβάσεις.
Ιδιαίτερα μετά την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ε.Ε. θα ήταν ασυγχώρητα αντιφατικό μια χώρα μη μέλος της Ένωσης να είναι εγγυήτρια μιας ευρωπαϊκής χώρας όπως η Κύπρος. Αντίθετα, η ευρωπαϊκή ενσωμάτωση της Κύπρου είναι η πιο ισχυρή εγγύηση για μια Κύπρο ασφαλή και ειρηνική.
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ Λ. ΟΜΗΡΟΥ
τέως Πρόεδρος Βουλής των Αντιπροσώπων




