Η περασμένη Δευτέρα, γιορτή της Μεγαλόχαρης, ήταν μία μέρα σημαδιακή, αποφράδα και ιερή. Κι εμείς, με αισθήματα που φλέγονται, προσφέραμε τα τραύματα του αποχωρισμού μας από το σπίτι μας, θυσία στην πολύχρονη ζωή που μας κράταγε και μας φύλαγε.

Περπατούμε εικονικά -όχι, δεν δεχόμαστε να μας εγκρίνει ο κατακτητής ή ο όποιος «χρήστης» να πατήσουμε τα χώματα του χωριού μας, για να ξαναζήσουμε τους στοιβαγμένους πόθους μας και να ξαναφτιάξουμε τα όσα πολύτιμα χάσαμε, οι στημένοι μιναρέδες, τα κόκκινα χρώματα, τα κόκκινα φώτα, οι κόκκινες σημαίες, η φωνή του ιμάμη μάς χαλούν το τοπίο και μας θάβουν τα όνειρα των ονείρων μας.

Επιτέλους, ποιοι είσαστε εσείς που μας στερήσατε την οικογενειακή εστία μας, το χάδι του πατέρα μας και το στήθος της μητέρας μας. Πού ήσασταν τότε, άγνωστοι, απόμακροι, ελεεινοί, νηστικοί και ρακένδυτοι μέσα σ’ ένα απολίτιστο περιβάλλον; Και πού είσαστε τώρα, παρείσακτοι σ’ αυτή τη χώρα; Ανίδρωτοι και ακαμάτηδες, φτιαχτήκατε πλούσιοι από τις υπάρχουσες περιουσίες μας. Αλλά, τι να πούμε γι’ αυτούς που σας κουβάλησαν;

Δευτέρα πρωί, ημέρα της Παναγίας. Κι εμείς μοιρολογούντες - οι κύκνοι είναι άυπνοι - ανασύρουμε κατά τα «ειωθότα» - μια φορά κάθε χρόνο, τέτοια μέρα - το κλειδί, του ανύπαρκτου σπιτιού και (άγιο φυλακτό) από τη θήκη του: «Κράτησέ το», μου είπε ο πατέρας. «Αύριο, μεθαύριο θα γυρίσουμε». Από τότε, πέρασαν πολλά αύριο, μεθαύριο και το κακό παράγινε. Η κατάσταση χειροτέρευσε. Ο κατακτητής τα βρήκε όλα έτοιμα και τα θέλει όλα δικά του.

Δεν λογικεύεται. Ούτε με τίποτα δεν διαπραγματεύεται. Τόσα χρόνια και δημιούργησε σκοτωμούς, αγνοούμενους, εγκλήματα και μας σκόρπισε χαλασμούς κι ερείπια. Εμείς θα συνεχίσουμε την πορεία μας, κι όσο κι αν το κλειδί που φύλαγα το είδα χτες αλλιώτικο, σκουριασμένο και ασύμμετρο, θα συνεχίσω να το κρατάω ακόμη φυλακτό. Φαίνεται η οδύνη του χαλασμένου σπιτιού, του άλλαξε την όψη του, το ένα συμπλήρωνε το άλλο είτε σαν φρουρός ή φύλακας έδινε ασφάλεια στο άλλο.

Το ασύμμετρο κλειδί ή το παραμορφωμένο εμείς θα το διαμορφώσουμε και θα περιμένουμε ν’ ακούσουμε κάποια μέρα μια θαρραλέα φωνή, που θα στιγματίζει την προστυχιά και τα εγκλήματα των βαρβάρων, και θα συναινεί στην απελευθέρωση και στην επιστροφή. Είναι τότε που θα λιτανεύσουμε τις εικόνες των ερειπωμένων εκκλησιών μας και θα ψάλλουμε τα επινίκια.

ΛΟΙΖΟΣ ΠΙΠΗΣ