Έλα, ρε συ Τάκη, όπως σε φωνάζαμε παιδιά, μην το παίρνεις προσωπικά. Όχι, δεν πέθανες, απλώς απεβίωσες. Πεθαίνουν μόνο αυτοί που τους ξεχνάμε. Κι αν έλειψες φέτος από τα επετειακά, είναι που οι καιροί αλλάζουν, οι στόχοι αλλάζουν, οι άνθρωποι αλλάζουν.

Κι άντε τώρα να πω στους νεότερους ποιος ήταν εκείνος ο ψιλόλιγνος τύπος, μ’ εκείνη τη γαμψή μύτη που τα μυριζόταν τα βρόμικα από μακριά, μ’ εκείνο το αετίσιο βλέμμα, που διάβαζε την αλήθεια σου μόνο να σε κοίταγε. Που έφερε τα πάνω κάτω στην παρουσίαση και τις συνεντεύξεις, όταν τον κουβάλησε από το Παρίσι ο Αντρέας Χριστοφίδης.

Ένα ασχημόπαπο να τα βάλει με τους κύκνους της εποχής (Σερέζης, Κυπριανίδης). Γέλασε και το παρδαλό κατσίκι, μα το γέλιο του κόπηκε γρήγορα. Αυτός, μόνο που άνοιγε το στόμα του σ’ έσερνε άναυλο μαζί του. Που έστησε το ασπρόμαυρο τηλεοπτικό ρεπορτάζ σπρώχνοντας με το θράσος και τη μαγκιά του τον καλουπιασμένο στον καθωσπρεπισμό της μικρής κλειστής κοινωνίας δημοσιογράφο να γίνει ο ίδιος κομμάτι της αλήθειας.

Που με την πένα, τη γραφομηχανή, το μικρόφωνο, την κάμερα, άνοιξε δρόμους για τον κόσμο. Γι’ αυτόν τον κόσμο που στήριξε μετά τη συμφορά στ’ αντίσκηνα, στους συνοικισμούς, στο σκάψιμο για τους αγνοουμένους, σ’ ατέλειωτα ταξίδια στην Ελλάδα να σκαλίζει για την αλήθεια στον φάκελο της Κύπρου και την τιμωρία των ενόχων (ακόμα την περιμένουμε!).

Χιλιάδες συνεντεύξεις, ταξίδια με προέδρους, υπουργούς, Αμερικανούς και Ευρωπαίους αξιωματούχους, και τα βράδια στο στέκι του στη Λαϊκή Γειτονιά να ψήνει κεφτέδες, το ποτήρι του συνέχεια του χεριού του, να παλεύει για διαφώτιση σε δικούς μας και ξένους. Και να περνάνε τα χρόνια κι αυτός πάντα με το πουκάμισο ανοιχτό, με την τραγιάσκα και το γελεκάκι με την καδένα, με το μουστάκι που γκριζάρισε, μ’ ένα χαμόγελο που θρονιαζόταν κατευθείαν στην καρδιά, σωστή παγίδα.

Γιατί έτσι κι αγρίευε η οργή του άναβε κόκκινο. Είχε ένα μαγικό τρόπο να χάνει το δίκιο του γκρεμίζοντας το ΡΙΚ με τις τσιρίδες του. Που έσβησε μπροστά σε μια κάμερα 20 Ιουλίου, πάνε οκτώ χρόνια, σε μια ακόμα εκπομπή για τον κόσμο που τον έπνιγε το άδικο χρόνια. Παρών κι ας τον είχε ταξιδέψει η υγειά του μέσα από σαράντα κύματα. Που το πάλεψε ώς τις 2 Αυγούστου, όταν νικήθηκε.

Άντε λοιπόν και τους τα είπα όλα αυτά. Σε σένα που θα μου κρατάς μούτρα, δυο χρόνια που την πέρασα στο ντούκου την επέτειο (τυχαία θαρρείς;) τι να πω; Τι ρωτάς πώς πάνε τα πράγματα και πού; Για το πρώτο, άσε δεν θα ’θελες να ξέρεις. Μπόχα, αδερφάκι, βόθροι χρυσορυχεία σε χέρια αετο..σκ..νύχιδων, μίζες, λαδώματα, κουκουλώματα, γενική αμνησία: «Ποιος το ’κανε αυτό;

Ο κύριος Κανείς!» (Άσε που εσχάτως κυκλοφορεί ως απάντηση και το «Η κυρία Καμία»). Όσο για το δεύτερο, θα σε γελάσω και δεν το θέλω. Συνομιλίες, πρόοδος (τελευταία ευκαιρία μας λένε αυτοί που ξέρουν, ξέρεις εσύ!). Παλεύουμε για τον θαλάσσιό μας πλούτο, σκυλοτρωγόμαστε συναμεταξύ μας, πολιτισμένα! Γι’ αυτό σου λέω, τηγάνια και κρασάκι και παρεΐτσες, ξέχνα τα. Τώρα το παίζουμε πιο χάι. Για τα μαγαζιά με κατεβασμένα ρολά, την ερημιά γύρω, μη σου πω τίποτα και σε ταράξω.

Σχέδια ανάκαμψης ψάχνουμε, πού θα πάει; Θα τα βρούμε! Τι τα θες, την καλύτερη ώρα την αποχαιρέτησες την Κύπρο που αγάπησες και την αγάπη σου της την άφησες προικιό. Το ξέρουν όσοι σ’ έζησαν. Την αθανασία, τη «μορφονιά που δεν την κέρδισε κανείς», κατά πως το ’πε ο Νίκος ο Γκάτσος, δεν γινότανε να την κερδίσεις κι ας το πάλευες συνειδητά ή ενστικτώδικα.

Κέρδισες όμως δυο -μη σου πω τρεις- γενιές που έζησαν τον αγώνα σου για το δίκιο, το νοιάξιμό σου το αληθινό για τον τόπο. Ώρα τώρα να μας πεις πως σου φαίνεται και λίγο! Δεν κάνεις πως το τολμάς;

ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ