Η συζήτηση γύρω από το θέμα της φορολόγησης της ακίνητης ιδιοκτησίας έχει αναδείξει τις διαφορές μεταξύ των διαφόρων προσεγγίσεων ως προς τον τρόπο φορολόγησής της. Υπάρχουν δύο βασικές προσεγγίσεις, η μια προέρχεται από τα αριστερά και η άλλη από τα δεξιά. Η φιλοσοφία της αριστεράς είναι ότι τον φόρο θα πρέπει να τον πληρώνουν αυτοί που έχουν μεγάλες ιδιοκτησίες, διότι προφανώς έχουν και υψηλότερα εισοδήματα.

Για τον λόγο αυτόν οι προτάσεις που υπέβαλαν τα κόμματα της αριστεράς προνοούσαν για υψηλό αφορολόγητο και κλιμακωτούς συντελεστές. Ιδιοκτήτες με μεγαλύτερη περιουσία θα πρέπει να φορολογούνται με υψηλότερους συντελεστές, όχι απλά αναλογικά περισσότερα αλλά γεωμετρικά περισσότερα.

Με τον τρόπο αυτόν, περισσότεροι από τους μισούς ιδιοκτήτες θα απαλλάσσονταν από τη φορολογία και το βάρος θα το επωμιζόταν μια μικρή μερίδα μεγαλοϊδιοκτητών, κυρίως επιχειρήσεις. Οι δυνάμεις του κέντρου υποστήριξαν μικρότερο αφορολόγητο και κλιμακωτή φορολογία με τρεις φορολογικές κλίμακες αντί με έξι, που υποστήριζε η αριστερά. Δηλαδή, η φιλοσοφία του κέντρου είναι περίπου η ίδια με αυτήν της αριστεράς, αλλά λίγο πιο χαλαρή.

Η φιλοσοφία της δεξιάς είναι εντελώς διαφορετική και υποστηρίζει ότι η ιδιοκτησία του κάθε ανθρώπου και της κάθε επιχείρησης δεν θα πρέπει να φορολογείται, αφού έχει αποκτηθεί με χρήματα που έχει κερδίσει από την εργασία του και τα οποία έχουν ήδη φορολογηθεί, και μάλιστα με κλιμακωτούς συντελεστές.

Είναι κρίμα και άδικο να τιμωρείται ένας οικογενειάρχης ή μια επιχείρηση που δημιουργεί θέσεις εργασίας επειδή έκαναν συνετή οικονομική διαχείριση και απέκτησαν ακίνητη ιδιοκτησία. Η φορολόγηση της ακίνητης ιδιοκτησίας τιμωρεί επίσης αυτούς που αγόρασαν ακίνητη ιδιοκτησία με δάνεια, και ουσιαστικά κατέχουν περιουσίες που δεν τους ανήκουν.

Η φορολόγηση της ακίνητης ιδιοκτησίας περιορίζει την οικονομική ανάπτυξη αφού οι μεγαλοϊδιοκτήτες, που είναι κυρίως επιχειρήσεις, θα αναγκαστούν να περικόψουν επενδύσεις και θέσεις εργασίας για να πληρώσουν τον φόρο. Δηλαδή, όσα λιγότερα πληρώνουν οι μικροϊδιοκτήτες, λόγω της κλιμακωτής φορολόγησης, τα πληρώνει η κοινωνία στο πολλαπλάσιο με χαμηλότερη οικονομική ανάπτυξη.

Σε μια κοινωνία, οι φορολογίες είναι αναπόφευκτες και χρειάζονται για να χρηματοδοτήσουν τις δραστηριότητες του κράτους. Σε ό,τι αφορά την ακίνητη ιδιοκτησία, η σύγχρονη αντίληψη, η οποία πηγάζει από τα πανάρχαια χρόνια, είναι ότι αυτή φορολογείται σε τοπικό επίπεδο για τις υπηρεσίες και τις υποδομές που απολαμβάνουν τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις.

Οι περισσότερες σύγχρονες κοινωνίες, αν όχι όλες, διαθέτουν το λεγόμενο «τέλος ακίνητης ιδιοκτησίας», το οποίο επιβάλλεται στους ιδιοκτήτες στην περιοχή όπου βρίσκεται η περιουσία τους, και το ύψους αυτού του τέλους αντικατοπτρίζει το κόστος των υπηρεσιών και των υποδομών που προσφέρονται από την τοπική Αρχή.

Σε όλες τις περιπτώσεις το τέλος αυτό είναι οριζόντιο όχι κλιμακωτό, κι αποτελεί ένα μικρό ποσοστό της αξίας της κάθε περιουσίας. Με τον τρόπο αυτόν η φορολόγηση της ακίνητης ιδιοκτησίας είναι στοχευμένη και ανταποδοτική.

Η φορολόγηση ακίνητης ιδιοκτησίας σε τοπικό επίπεδο αποτελεί ένα εξαιρετικό εργαλείο οικονομικής διαχείρισης για την τοπική αυτοδιοίκηση, καθώς προσφέρει ευκαιρίες χρηματοδότησης για ανάπτυξη στις τοπικές κοινωνίες.

Από την άλλη, όμως, η φορολόγηση ακίνητης ιδιοκτησίας αποτελεί χρήσιμο εργαλείο αξιολόγησης για τους πολίτες, οι οποίοι θα αξιολογούν τους τοπικούς άρχοντες ανάλογα με το πόσα τους χρεώνουν.

ΜΑΡΙΟΣ ΜΑΥΡΙΔΗΣ
Οικονομολόγος, Βουλευτής ΔΗΣΥ Κερύνειας