Δεν θα κατηγορήσω κανένα που ελαφρά τη καρδία απαξίωσε κατ’ αρχήν τη θέση μου για κατάργηση του φόρου ακινήτων. Έχουμε, βλέπετε, εθιστεί σε αυτό τον τόπο να παραμερίζουμε την ουσία στον βωμό της εύκολης κριτικής.
Και όμως, η θέση μου δεν ήταν σημερινή. Είναι θέση που ανταποκρίνεται στη φιλοσοφία της παράταξής μου, στην ανάγκη να υποδαυλίσουμε και άλλο την ανάπτυξη, αλλά και να εργαστούμε προς τη στήριξη της μεσαίας τάξης και των χαμηλά αμειβόμενων στρωμάτων.
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ο Δημοκρατικός Συναγερμός και εγώ προσωπικά, είμαστε υπέρ της κατάργησης όσο περισσότερων φόρων είναι δυνατόν, με ταυτόχρονο περιορισμό της κρατικής σπατάλης και χωρίς να διακινδυνεύσουμε τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό. Θέλουμε ένα απλό, κατανοητό και σταθερό φορολογικό σύστημα, που θα αποτελεί το στέρεο υπόβαθρο για την ανάπτυξη της κυπριακής οικονομίας και τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Η επιλογή, άλλωστε, να δεκαπλασιαστεί σχεδόν ο φόρος ακινήτων, ήταν επιλογή της κυβέρνησης του ΑΚΕΛ, που υπηρετούσε τη φιλοσοφία του. Ότι δηλαδή το κράτος θα πρέπει να φορολογεί όσο περισσότερο μπορεί, για να σπαταλά αλόγιστα και αστόχευτα.
Το ΑΚΕΛ επιμένει να υποστηρίζει ότι ο φόρος ακινήτων πρέπει να παραμείνει ως τρόπος φορολόγησης του πλούτου. Αυτό όμως είναι ύβρη -επιτρέψτε μου- κατά του συνόλου του κυπριακού λαού. Πέρυσι φορολογήθηκαν με τον εν λόγω φόρο 280.000 περίπου φυσικά και νομικά πρόσωπα. Εάν όλοι αυτοί είναι έχοντες και κατέχοντες, τότε θα πρέπει να θεωρήσουμε έχοντες και κατέχοντες όλους τους Κυπρίους σχεδόν. Αυτή δεν είναι όμως η αλήθεια.
Αρχή μας ήταν και παραμένει ότι η φορολόγηση της ακίνητης ιδιοκτησίας είναι ένας άδικος φόρος, που επιβαρύνει την οικονομία, πλήττει την ανταγωνιστικότητα και μειώνει επενδύσεις και θέσεις εργασίας. Λαμβάνοντας υπόψη ότι τα ακίνητα έχουν αποκτηθεί από εισοδήματα που έχουν ήδη φορολογηθεί, πιστεύουμε ότι ο φόρος αυτός αποτελεί στρέβλωση. Μια στρέβλωση, είτε το ακίνητο χρησιμοποιείται για επιχειρηματικούς σκοπούς, είτε ως απόθεμα.
Ένας ξενοδόχος, ένας βιομήχανος, ένας βιοτέχνης αλλά και ένας ξυλουργός, χρειάζονται ακίνητο για να εργαστούν. Είναι εργαλείο της δουλειάς τους. Γιατί να φορολογείται επειδή είναι ακίνητο, ενώ οι υπόλοιπες κεφαλαιουχικές δαπάνες να απαλλάσσονται; Το ίδιο ισχύει και αν το ακίνητο έχει αποκτηθεί ως απόθεμα εργασίας.
Γιατί το συγκεκριμένο να φορολογείται διπλά, ενώ άλλες επενδύσεις όπως ράβδοι χρυσού, πίνακες αξίας, μετοχές, καταθέσεις, να μην υπόκεινται σε δεύτερη -και επαναλαμβανόμενη ετησίως- επιβάρυνση; Ακόμη πιο δύσκολη είναι η κατάσταση για τα ακίνητα που δεν προσφέρουν εισόδημα στους ιδιοκτήτες τους, διότι μπορεί να είναι κληρονομικά και να αφορούν ανθρώπους που δεν έχουν καμία οικονομική ευχέρεια.
Ακούσαμε αυτές τις μέρες ότι απαλλάσσουμε πλουσίους από φόρο ακινήτων και όχι ανθρώπους που χάνουν το ΕΕΕ διότι έχουν περιουσία χωρίς να έχουν εισόδημα.
Μα δεν είναι η κατάργηση του φόρου ένα επιπλέον εισόδημα για αυτούς τους ανθρώπους, που δεν θα υποχρεωθούν να τον πληρώσουν; Και δεν είναι η μεσαία τάξη που επωφελείται κατά κύριο λόγο από αυτή την κατάργηση της άδικης φορολογίας; Με την υιοθέτηση της πρότασης του ΔΗΣΥ, όπως τελικά μετονομάστηκε από άλλα κόμματα, ο αντίκτυπος σε κάθε κυπριακή οικογένεια είναι άμεσος.
Ο φόρος ακινήτων, άλλωστε, αυξήθηκε κατακόρυφα ως αποτέλεσμα της ένταξης της Κύπρου σε πρόγραμμα προσαρμογής. Με τη δραστική βελτίωση των δημοσίων οικονομικών και την έξοδο της Κύπρου από το μνημόνιο, οι φορολογίες που επιβλήθηκαν στους πολίτες θα πρέπει να αρχίσουν να μειώνονται. Όποιος διαφωνεί με αυτήν τη θέση να αφήσει τους χαρακτηρισμούς στην άκρη και να έχει το θάρρος να βγει να το πει ευθαρσώς.
Ο φόρος ακινήτων, όπως επιβάλλεται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, είναι στοχευμένος. Αντικατοπτρίζει το κόστος υποδομών και υπηρεσιών που παρέχονται προς τους ιδιοκτήτες από τις τοπικές Αρχές. Συνεπώς, το σωστό είναι να υπάρχει ένα λογικό τέλος από τις τοπικές Αρχές για τις υπηρεσίες που προσφέρουν. Αυτή η ανταποδοτική φιλοσοφία των φόρων, να αισθάνεται δηλαδή ο πολίτης ότι το κράτος τού επιστρέφει αυτά που πληρώνει, είναι που πρέπει να διαπνέει όλο το φορολογικό σύστημα.
Η πρωτοβουλία της Κυβέρνησης να μειώσει τον φόρο στο μισό, ήταν ήδη πράξη προς τη σωστή κατεύθυνση. Με την παρέμβαση του ΔΗΣΥ, αυτή η ορθή κίνηση μετατράπηκε σε οριστική αναίρεση μιας άδικης φορολογίας, βήμα κοινωνικής δικαιοσύνης και αναπτυξιακό εργαλείο. Αυτή είναι η ουσία που αφορά τον κάθε πολίτη και τον κάθε ξένο επενδυτή που θα έρχεται πλέον να επενδύσει σε μια χώρα με μηδενικό φορολογικό συντελεστή επί των ακινήτων.
Αυτό που οι περισσότεροι δεν έχουν αντιληφθεί ακόμα, είναι πως η χθεσινή απόφαση έχει προσθέσει αξία σε όλα ανεξαιρέτως τα ακίνητα στην Κύπρο. Και αυτό, γιατί με την κατάργηση της φορολογίας, τα μελλοντικά έσοδα από επενδύσεις σε ακίνητα αυξάνονται. Και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε μια χώρα όπου όλες οι μεγάλες επενδύσεις από το εξωτερικό στη χώρα μας αφορούν, είτε άμεσα, είτε έμμεσα, επενδύσεις σε ακίνητα (π.χ. ξενοδοχεία, εμπορικά κέντρα, μαρίνες, γήπεδα γκολφ, εξοχικές κατοικίες).
Ταυτόχρονα, είναι πεποίθησή μας ότι με την κατάργηση του φόρου ακίνητης περιουσίας, τα κρατικά έσοδα όχι μόνο δεν θα μειωθούν, αλλά θα παρουσιάσουν αύξηση από την αυξημένη δραστηριότητα που θα παρουσιαστεί στον τομέα.
Όλα τα υπόλοιπα είναι λόγια του αέρα και τροφή για πολιτικά κουτσομπολιά.
Τα ακίνητα της εβδομάδας




