Κερύνεια, 20 Ιουλίου, 5.30 πρωινή. Ήχος που μοιάζει με βροντές, πουμπουρκές στην Κυπριακή, με ξυπνά, 15χρονο παιδάκι τότε, από τον ύπνο του δικαίου. Αμέσως, σηκώνομαι και βγαίνω στο πίσω ξύλινο μπαλκόνι, χωρίς να συνειδητοποιήσω τον άμεσο κίνδυνο... Τουρκικά μαχητικά αεροσκάφη έσχιζαν τον καθαρό κυπριακό ουρανό σκορπώντας τον τρόμο και την καταστροφή.

Σε ελάχιστα λεπτά ήταν όλη η οικογένεια στο πόδι. Όσοι ήμασταν στην Κερύνεια, βέβαια, αφού οι αδελφές μου ήταν, η μεγάλη στη Λευκωσία και η δεύτερη ήταν ακόμη στην ελληνική πρωτεύουσα. Μόλις είχε πάρει το πτυχίο της...

«Ελάτε όλοι, να κρυφτούμε κάτω από τις λεμονιές και πορτοκαλιές στον πίσω κήπο μας... Γρήγορα, τρέξτε... Βουράτε!», ακούστηκε η φωνή του ιατρού πατέρα μου, που λες και το περίμενε, από την ημέρα που ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος είχε αποστείλει τη γνωστή επιστολή προς Γκυζίκη: «Διαισθάνομαι αόρατην χείρα εξ Αθηνών, αποσκοπούσα εις τον φυσικόν αφανισμόν μου!..».

Συνεχίζω ακροθιγώς. Φεύγοντας αργότερα από τον πίσω κήπο, όπου ήμασταν σχετικά εύκολος στόχος, κρυφτήκαμε στο υπόγειο του απέναντι αρχοντικού, όπου έμενε η Αγγλίδα χήρα ενός στρατηγού, του Sir Spiggs, οικία στην οποία εργαζόταν ως μάγειρας ο φίλος μας, μακαριστός τώρα, Ανδρέας Σταυρίδης-Κετσιής. Μείναμε 2-3 νύχτες.

Ο τοίχος ήταν ενισχυμένος με τσιμέντο και μας παρείχε πλήρη ασφάλεια. Το πρωί που βγαίναμε λίγο έξω να πάρουμε λίγο αέρα με τον γιο του φίλου Ανδρέα, Χρυσόστομο (Σούλλη), βρίσκαμε θραύσματα οβίδων που είχαν ρίξει τα τουρκικά αεροσκάφη... Κοφτερά σαν λεπίδες!

Και από τροφή: Η μ. Μαρία, σύζυγος του Αντρέα, τη δεύτερη ημέρα ανέβηκε με πολλή προσοχή πάνω στην κουζίνα, έβρασε μια όρνιθα (κοτόπουλο), και φάγαμε όπως-όπως. Δεν θα ξεχάσω με πόση όρεξη έτρωγα λίγο κοτόπουλο, μετά από φοβερή πείνα ημερών. Ο φίλος μου Σούλλης, ζει τώρα στην Αθήνα, ιατρός κυτταρολόγος.

Όταν ήμουν Ελλάδα, τον έβλεπα συχνά, και πίναμε κανένα κρασάκι ενθυμούμενοι τα παλιά. Θυμάμαι την τελευταία φορά που τον είδα, και του έλεγα ότι κλαίω για τον γιο μου που έφυγε τόσο νωρίς, μου έλεγε: «Αντώνη, ξέρεις από πότε έχω να κλάψω; Από τις νύχτες 21-23 Ιουλίου του ’74, που ήμασταν σε εκείνο το σκοτεινό υπόγειο κατατρομαγμένοι, και τελικά βγήκαμε ζωντανοί!..».

«Δεν μπορούμε να μείνουμε εδώ για πάντα... Πρέπει να φύγουμε προς Άγ. Επίκτητο...!», έλεγε φανερά ταραγμένος ο πατέρας μου.Έτσι κι έγινε. Εκείνος, η μητέρα μου, η γιαγιά μου Αννού και εγώ, πήραμε από το σπίτι λίγα ρούχα, εγώ πήρα μόνο ένα τρανσίστορ, λίγο νερό και μπαίνοντας στο παλιό Austin Cambridge, ξεκινήσαμε κινούμενοι Ανατολικά για να πάμε προς Αμμόχωστο...

Δύο μπλόκα εισβολέων, οπλισμένοι σαν αστακοί, μας σταμάτησαν έξω από το Καράκουμι και, μετά από έρευνα στο αυτοκίνητο, αφού πείστηκαν ότι ήταν απλώς ένας ηλικιωμένος γιατρός με την οικογένειά του, μας επέτρεψαν να προχωρήσουμε χωρίς να μας πειράξουν! Ο Γολγοθάς για μας, όπως και για άλλους 200.000 πρόσφυγες, τότε άρχιζε!

Ελλάδα, να τελειώσω το Γυμνάσιο, μετά πίσω για τη στρατιωτική θητεία, μετά πάλι επιστροφή στην Αθήνα, απίστευτες στερήσεις, δουλειά ως εκπαιδευτικός, γάμος, παιδί, απώλεια του παιδιού μου, θρήνος, πόνος, βάσανα απερίγραπτα...

Αλλά, ως Έλληνες-Κύπριοι, έχουμε δύναμη. Έχουμε σθένος ανεξάντλητο. Η πατρίδα μας, καθημαγμένη και τραυματισμένη, επέζησε. Πιστεύω ότι είναι στο DNA μας. Εις πείσμαν όλων εκείνων που μας πρόδωσαν, διχοτόμησαν το νησί μας, μας εξαθλίωσαν αργότερα με οικονομικές καταστροφές...

Και προς δόξαν Θεού, εξακολουθούμε να αντιστεκόμαστε, κόντρα στη σκόνη και τους ανέμους σε αυτήν την αγία βραχονησίδα, κόντρα σε ύπουλους εχθρούς που εξακολουθούν να απεργάζονται τον εθνικό αφανισμό μας! Εμείς ΕΚΕΙ... Όρθιοι και ακλόνητοι!

Πόσοι από τους σημερινούς νέους μας τα γνωρίζουν αυτά; Πόσοι αντιλαμβάνονται ότι εμείς οι λίγο κάτι παρακάτω από εξήντα, βιώσαμε τέτοιες καταστάσεις και με τη βοήθεια του Θεού επιβιώσαμε; Πότε θα εισαχθεί με σοβαρότητα ένα μάθημα στα σχολεία μας, που να τα διδάσκει αυτά;

ΑΝΤΩΝΗΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΗΣ
Συγγραφεύς - στοχαστής