Να ξεχάσεις; Μα γίνεται; Και να θέλεις δεν μπορείς - άσε που δεν θέλεις κιόλας. Τι κι αν πάλιωσες λιγάκι -τι λιγάκι, τέλος πάντων- μάτια, αφτιά, μύτη, τα φέρνουν ολοζώντανα όλα μπροστά σου. Ο προδότης Ιούλης στην έχει στημένη στη γωνία.

Δεν είναι που έχεις προσωπικά μαζί του για τους αγαπημένους που σου πήρε, είναι που κουβαλάς μες την ψυχή σου τις χιλιάδες νεκρούς εκείνου του μαύρου προκατόχου του.

Σαράντα δύο; Βρε, κι εκατόν σαράντα δύο να περάσουν -που λέει ο λόγος- μην ξετινάξει την τελευταία του ο Ιούνης. Τσουπ, νάτες οι μνήμες να σε ταλανίζουν. Ε, ναι, είχαν γίνει πολλά, φόνοι, απόπειρες, βόμβες σε κτήρια. Η Χούντα είχε τα σχέδιά της έτοιμα.

Δευτέρα, δεκαπέντε. Πρωινό ήσυχο, μια Λευκωσία καμιά πενηνταριά χιλιάδες, μόνο ντόπιοι (τώρα καβατζάραμε τις τετρακόσιες ογδόντα με τους αλλοδαπούς), πέντε-έξι δρόμοι - ο Μακρύδρομος (η Λήδρας) ελεύθερος για τροχοφόρα! Γαλήνια, απλά όλα. Και ξαφνικά μαύρος καπνός, ριπές, ερπύστριες, τανκς να σπέρνουν σφαίρες και τρόμο μες τη λαύρα.

Ανοίγεις ραδιόφωνο, «Το πουκάμισο το θαλασσί», από το ΡΙΚ του μονοπωλίου και σε λίγο ακούς: «Η Εθνική Φρουρά επενέβη δι’ αποκατάστασιν της τάξεως. Το θέμα είναι καθαρά μεταξύ των Ελλήνων». Πραξικόπημα. Αλαφιασμένοι άνθρωποι να τρέχουν να κρυφτούν.

Νυχτώνει. Τ’ άρβυλα βροντούν στην άσφαλτο, συσκότιση, ριπές να τρυπάνε το σκοτάδι. Ξημερώματα σε κουβαλάνε στη δουλειά, οι πόρτες στους διαδρόμους κόσκινο από τις σφαίρες, κατάχαμα συνάδελφοι απ’ το πρωί. «Ποιος θα πει ζήτω ο Μακάριος;» φωνάζει ένας πάνοπλος. «Εγώ» ακούς τη γυναικεία φωνή, η Λόλα η Σκουταρίδου, καλή της ώρα αν ζει, μια να της έδινε ο φαντάρος…

Δευτέρα, είκοσι. Μόλις χαράζει, βουητό από μηχανές, μαύρες ομπρέλες βρέχουν αλεξιπτωτιστές κι η έντρομη εκφωνήτρια, η Ξένια η Αρτεμίου, ν’ ανακοινώνει: «Ηλιού του Προφήτου» κι αμέσως πρωινή γυμναστική. Πού είναι εκείνο το αγριόμουτρο ο συνταγματάρχης Λιασκόνης που έσφαζε με το βλέμμα;

Σε λίγο: «Την πρωΐαν της σήμερον η Τουρκία υπούλως κι ανάνδρως προσέβαλε στόχους και έρριψεν δύναμιν αλεξιπτωτιστών εις τον θύλακα Λευκωσίας - Αγύρτας». Το χαμπάρι πως τα μεχμετζιήκ ήταν κιόλας στην Κερύνεια θ’ αργήσει ακόμα να φτάσει. Επιστράτευση. «Αι ημέτεραι δυνάμεις αναδιπλούνται ομαλώς». (Έτσι μας τη φούρνισαν την πανωλεθρία).

Εκεχειρία σε τρεις μέρες και νύχτες άυπνες, χωρίς φαΐ, χωρίς νερό, άπλυτη, να μην μπορείς να κουνηθείς, μόνο να γύρεις κατάχαμα κανένα μισάωρο. Τα δεκαοκτάχρονα φανταράκια τρομαγμένα, άπλυτα, νηστικά, να μη στέκονται πια όρθια. Μακεδονίτισσα, τα φάγαμε τα στρατιωτάκια που ήρθαν από τη Σούδα να μας συντρέξουν. Και να γυρνάνε σε λίγο λεβέντες εξευτελισμένοι, κλαίγοντας, όλα προδομένα, ούτε όπλα, ούτε σχέδιο, ούτε δράση. Διχοτόμηση. Μιλημένα-ξηγημένα στην πλάτη αθώων.

Δουλειά λοιπόν. Μηχανή ηχογράφησης και δρόμο. Κάτω απ’ τα δέντρα χιλιάδες, μες τη μύγα, μες το χώμα, ούτε νερό, ούτε φαΐ, μωρά να σπαράζουν, καζάνια να βράζουν φασόλια, κατσαρολάκια να μένουν ανέγγιχτα, γυναίκες να ψάχνουν άνδρα, γιο, πατέρα, αδελφό, οδυρμός. Τι να τους πεις, τι να τους κάνεις άλλο από μια αγκαλιά και δυο λόγια; Κι εδώ ακόμα αδέλφια να βρίζονται και να δέρνονται. Το φίδι, η διχόνοια, την έκανε τη δουλειά του. Κι ένας χειμώνας μετά μες τα αντίσκηνα, Παναγιά βοήθα, φτερό στον άνεμο και τη βροχή τα λιγοστά υπάρχοντα.

Κι έρχονται άλλοι Ιούλιοι, πάει ο λεβέντης ο στρατηγός ο Βαγγέλης ο Φλωράκης με τέσσερεις άλλους, γιατί έπεσε το ελικόπτερο το Μπελ τρέχα γύρευε. Και Μαρί κι αν κάνεις ένα βήμα πίσω, 1570 οι Τούρκοι βιάζουν, σφάζουν, 1921 κρεμάνε Αρχιεπίσκοπο και Προκρίτους, 1964 βομβαρδίζουν την Τηλλυριά, πρώτη γεύση από βόμβα Ναπάλμ και θάνατο.

Και μετά κασελάκια με ό,τι απέμεινε απ’ αυτόν που αγαπούσες, στεφάνια, «η πατρίς ευγνωμονούσα», μνημόσυνα, υποσχέσεις για λύση βιώσιμη, δίκαιη κατανομή του αερίου και του πετρελαίου, για μια Κύπρο ειρηνική, ευρωπαϊκή, για το κουρεμένη ούτε λέξη. Κόσκινο το παρελθόν, πού ν’ αγναντέψεις το μέλλον, που όλα παίζονται, στα μαγειρεία ετοιμάζουν φαΐ για σένα χωρίς εσένα. Ο προδότης Ιούλης ξαναχτυπά. Τι να τις κάνει τις σφαίρες; Και οι μνήμες ανοίγουν τρύπες με τον δικό τους τον τρόπο.