Έχουν γραφτεί και λεχθεί πολλά πριν και μετά το δημοψήφισμα στη Μ. Βρετανία και την απόφαση του βρετανικού λαού για έξοδο από την Ε.Ε. Εδώ οι περισσότεροι ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με τις επιπτώσεις αυτής της ενέργειας στην οικονομία (τουρισμός, εξαγωγές, σπουδές Κυπρίων φοιτητών κ.λπ.). Κι ασφαλώς μια τέτοια ενέργεια θα έχει επιπτώσεις και στην κυπριακή οικονομία, λόγω των ιδιαίτερων δεσμών μας με τη Βρετανία. Θα πρέπει να βρούμε τους τρόπους να αντιμετωπίσουμε τη νέα κατάσταση και μάλιστα να την «εκμεταλλευτούμε», μια και διατηρήσαμε ιδιαίτερα στενές σχέσεις με τη Βρετανία μέσω της Κοινοπολιτείας κι όχι μόνο.
Όμως η χειρότερη και πιο δύσκολη πλευρά του Brexit είναι η πολιτική και οι επιπτώσεις στο Κυπριακό, όπου και πάλι θα πρέπει να πάρουμε τα μέτρα μας με τις κατάλληλες και μεθοδευμένες ενέργειες. Μια πιθανή αποδυνάμωση της Ε.Ε. θα αποδυνάμωνε το στήριγμά μας, πάνω στο οποίο είχαμε εναποθέσει την απαλλαγή από την τουρκική ημικατοχή και αποσόβηση του κινδύνου μελλοντικής κατάληψης ολόκληρης της Κύπρου.
Εκείνες τις τραγικές στιγμές της τουρκικής εισβολής και του πανικού, που ακολούθησε, έστρεψα τα μάτια μου προς τον αγαπημένο Πενταδάκτυλο κι ανάμεσα σε πολλά κακά που αναλογίστηκα ότι θα συμβούν σ’ αυτό τον τόπο ήταν κι η σκέψη: «πώς ένα μικρό πουλάκι στα νύχια ενός τεράστιου αρπακτικού είναι δυνατό να μπορέσει να απαλλαγεί από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό, ακόμη κι αν μπορέσει να επιβιώσει»;
Παρόλο που ριχθήκαμε χωρίς καμιά χρονοτριβή στη μάχη της επιβίωσης με την περίθαλψη των εκτοπισμένων και παθόντων και την επαναδραστηριοποίηση της οικονομίας, η μάταιη αυτή σκέψη με διακατείχε για αρκετό καιρό, μέχρι που αναμείχθηκα στα θέματα και τις διαπραγματεύσεις για την Τελωνειακή Ένωση με την ΕΟΚ. Εκεί στις Βρυξέλλες βρήκα τη λύση και την ηρεμία μου. Ήταν η εποχή που όλοι ονειρεύονταν μια Ενωμένη Ευρώπη στη βάση των μεταπολεμικών αρχών, που οι πρωτεργάτες της ευρωπαϊκής ενοποίησης έθεσαν από τη δεκαετία του 1950.
Έτσι πέραν των ενεργειών, στις οποίες προβήκαμε ώστε να προετοιμάσουμε την Κύπρο πρώτα να ενταχθεί στην ΕΟΚ κι αργότερα στην Ε.Ε. και την ΟΝΕ, παρακολουθούσαμε με αγωνία τις εξελίξεις στις Βρυξέλλες, κάθε φορά που παρουσιάζετο κάποιο κώλυμα στην περαιτέρω ευρωπαϊκή ενοποίηση (Μάαστριχτ, Λισαβόνα, ΟΝΕ κ.λπ.). Κι όσο η Ευρώπη όδευε προς την ενοποίηση ξεπερνώντας ένα-ένα τα εμπόδια, αυξάνετο κι η αισιοδοξία μας για επίλυση του δικού μας πολιτικού προβλήματος στη βάση των αρχών της Ε.Ε. που καθιερώνονταν.
Είναι γεγονός ότι η Ε.Ε. μέχρι τώρα δεν μας βοήθησε αποτελεσματικά στην επίλυση του Κυπριακού. Απεναντίας, υπήρξαν και στιγμές όπου η ανάμειξή της μας ζήμιωσε (στάση Φερχόιγκεν στο Σχέδιο Ανάν). Όμως οι πιθανότητες αυτό να γίνει στη συνέχεια ήταν εκεί κι ήταν για μας θέμα αξιοποίησής τους με τις κατάλληλες ενέργειες και στην κατάλληλη στιγμή.
Με τις πρόσφατες πρωτοφανείς εξελίξεις, όμως, ο κίνδυνος αποδυνάμωσης της Ε.Ε. μπορεί και να σημαίνει την απομάκρυνση ή και εξουδετέρωση αυτής της δυνατότητας. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι η πιο σοβαρή πιθανή επίπτωση της εξόδου της Βρετανίας από την Ε.Ε. για μας. Κι είναι εδώ που θα πρέπει να επικεντρωθούμε. Οι θεσμοί της Ε.Ε. θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν τους κινδύνους διάλυσής της, αν κι αυτήν τη φορά δεν προχωρήσουν στις αναγκαίες ενέργειες για «πραγματική ευρωπαϊκή ενοποίηση», ενέργειες τόσο θεσμικές όσο κι οικονομικές. Η ενδυνάμωση της Ε.Ε. θα πρέπει να είναι πρωταρχικός σκοπός μας.
Όσον αφορά τώρα τις οικονομικές επιπτώσεις του Brexit, νομίζω ότι είναι και πάλι μια πρόκληση για την Κύπρο. Ανεξάρτητα από τις προσωρινές επιπτώσεις (κυρίως λόγω της αναμενόμενης αποδυνάμωσης της στερλίνας), η Βρετανία για μας μπαίνει κι αυτή στη χορεία των άλλων μεγάλων οικονομιών του κόσμου (Ρωσίας, Κίνας, Ιαπωνίας, ΗΠΑ κ.ά.) όπου υπάρχουν πολλά που έγιναν κι άλλα που πρέπει να γίνουν για τη χρησιμοποίηση της Κύπρου ως βάσης για την περιοχή.
Κι αντί να εξαντλούμε τον χρόνο μας στις θεωρητικές συζητήσεις θα 'ταν καλύτερα να μεθοδεύσουμε τις ενέργειές μας για αξιοποίηση των ευκαιριών που υπάρχουν ή παρουσιάζονται καθημερινά. Είμαι βέβαιος ότι οι Βρετανοί, μετά την αποχώρησή τους απότην Ε.Ε., θα επιδιώξουν να δημιουργήσουν οικονομικές βάσεις σε χώρες-μέλη της, όπως κι οι πιο πάνω τρίτες χώρες. Κι έτσι επανέρχεται και πάλι το παλιό ερώτημα τι κάνουμε για να καταστεί η Κύπρος ένα σημαντικό κι υψηλού επιπέδου διεθνές οικονομικό κι εμπορικό κέντρο για την ευρύτερη Μέση Ανατολή και την Ε.Ε.
Παράλληλα, με την επισκόπηση των διμερών Συμφωνιών που έχουμε με τη Βρετανία και τη μελέτη νέων, που μπορούμε να αναπτύξουμε μέσα στο νέο πλαίσιο που δημιουργείται από το Brexit, θα πρέπει να προωθήσουμε προς ολοκλήρωση όλες τις εκκρεμότητες που υπάρχουν για ενθάρρυνση, διευκόλυνση και προσέλκυση νέων επενδύσεων και νέων δραστηριοτήτων από το εξωτερικό.
Συνοπτικά το φάσμα των υπηρεσιών αυτών περιλαμβάνει τη γρήγορη εγγραφή εταιρειών (Έφορος Εταιρειών), παραχώρηση τίτλων ιδιοκτησίας και διαχωρισμό οικοπέδων (Υπουργείο Εσωτερικών, Κτηματολόγιο), έγκριση χρήσης γης (Υπουργείο Εσωτερικών, Πολεοδομία) και διεκπεραίωση θεμάτων συμπληρωματικής χρηματοδότησης από τις Τράπεζες (Κεντρική Τράπεζα, Υπουργείο Οικονομικών). Αναφέρω τις υπηρεσίες αυτές ειδικά γιατί πρόσφατα περιήλθαν σε γνώση μου μερικά έτοιμα τέτοια έργα για υλοποίηση, που αντιμετωπίζουν για πολύ καιρό τέτοιες δυσκολίες. Οφείλουμε τώρα, ύστερα από τόσο πειραματισμό για τόσα χρόνια, να δώσουμε λύσεις.
ΔΡ ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com




