Αμέσως μετά την τουρκική εισβολή του 1974 προβαλλόταν ως διαδικασία για τη λύση του Κυπριακού η πραγματοποίηση μιας Διεθνούς Διάσκεψης. Ήταν η εποχή του διπολισμού και του ψυχρού πολέμου, και η προβολή του αιτήματος για μια τέτοια διάσκεψη συνδεόταν ασφαλώς με την ανάγκη να υπάρχει μια ισορροπία μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων, ώστε να αποφευχθεί η μονοπωλιακή διαχείριση του Κυπριακού από τη Δύση, η οποία είχε εγκληματικές ευθύνες για το δίδυμο έγκλημα του 1974.

Σαράντα ένα χρόνια μετά, με το κυπριακό πρόβλημα άλυτο και με μια νέα διαδικασία διαπραγματεύσεων να βρίσκεται σε εξέλιξη, επανέρχεται ως ανάγκη η πραγματοποίηση Διεθνούς Διάσκεψης.

Αυτή τη φορά η πραγματοποίηση μιας τέτοιας Διάσκεψης συνδέεται περισσότερο με την ανάγκη επίλυσης της λεγόμενης διεθνούς πτυχής του Κυπριακού και λιγότερο με γεωπολιτικού χαρακτήρα ελατήρια.

Βέβαια και η Τουρκία μιλά για μια τέτοια Διάσκεψη, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι εννοεί τις τρεις Εγγυήτριες Δυνάμεις και τις δύο Κοινότητες, τη γνωστή τετραμερή, Τουρκία, Ελλάδα και τις δύο κοινότητες, που στοχεύει στην υποβάθμιση της Κυπριακής Δημοκρατίας σε Κοινότητα, με παραγκωνισμό των μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας και της Ε.Ε. Δεν χρειάζεται οποιαδήποτε επιχειρηματολογία για να καταδειχθεί, ότι η προτεινόμενη από την Τουρκία «Διεθνής Διάσκεψη» καταργεί την Κυπριακή Δημοκρατία, αναβαθμίζει το ψευδοκράτος σε οντότητα διεθνούς υπόστασης, και έχει ως στόχο να λειτουργήσει ως μέθοδος επιβολής άδικης και ετεροβαρούς επίλυσης της διεθνούς πτυχής του Κυπριακού. Στο θέμα των εγγυήσεων και της αποχώρησης στρατευμάτων και εποίκων.

Διεθνής Διάσκεψη, όμως, νοείται μόνο με τη συμμετοχή των μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας, της Ε.Ε., των Εγγυητριών Δυνάμεων και της Κυπριακής Δημοκρατίας εκπροσωπούμενης από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και πλαισιούμενο από τους εκπροσώπους των δύο Κοινοτήτων.

Πέραν των δύο σημαντικών κεφαλαίων, της αποχώρησης των στρατευμάτων και των εποίκων, που θα αποτελέσουν αντικείμενο αποφάσεων από μια Διεθνή Διάσκεψη, μείζονος σημασίας ζήτημα θα πρέπει να αποτελέσει η κατάργηση των αναχρονιστικών εγγυήσεων του 1960.

Σε ό,τι αφορά τις εγγυήσεις, θα πρέπει οριστικά και αμετάκλητα να τεθεί από Ελλάδα και Κύπρο η κατάργησή τους ως προϋπόθεση «εκ των ων ουκ άνευ» για τη λύση του Κυπριακού. Το νομικό σχήμα όπου συγκεκριμένα κράτη αναλάμβαναν το ρόλο των εγγυητριών δυνάμεων έχει περιέλθει σε απόλυτη αχρησία από τη δεκαετία του 1960 και σε ουσιαστική αχρησία από το 1945.

Στην πραγματικότητα, μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ο θεσμός των Συνθηκών Εγγυήσεως, μέσω των οποίων ένα ή περισσότερα κράτη εγγυώνται το εδαφικό ή νομικό καθεστώς ενός τρίτου κράτους έχει εφαρμοστεί μόνο μία φορά, στην περίπτωση της Κύπρου με τη Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960.

Η εξέλιξη του Διεθνούς Δικαίου και της ισότητας μεταξύ κρατών έθεσε στο περιθώριο της ιστορίας τέτοιες ρυθμίσεις υπονομευτικές της κυριαρχίας τους. Η σαφής, κατηγορηματική και επανειλημμένα διατυπωθείσα θέση του Έλληνα Υπουργού Ν. Κοτζιά, ότι η Ελλάδα δεν είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί ή να συμμετάσχει σε έναν τέτοιο αναχρονιστικό θεσμό, ενέχει τεράστια σημασία. Στην πραγματικότητα, αν και η Βρετανία δηλώσει με την ίδια σαφήνεια την απροθυμία της να συμμετάσχει σε μιαν ανανέωση του αναχρονισμού των εγγυήσεων, θα έχει κατεδαφιστεί οριστικά η όποια επιχειρηματολογία της Τουρκίας για τη διατήρηση οποιασδήποτε παρόμοιας μορφής εγγυητικού πλαισίου.

Επειδή από πλευράς Τουρκίας και τ/κ ηγεσίας γίνονται επανειλημμένα δηλώσεις για τετραμερή ή πενταμερή, χωρίς αντίλογο από την Κυπριακή Δημοκρατία και την ελληνική κυπριακή πλευρά αλλά και την Ελλάδα, και επειδή εξ αυτού τείνει να εμπεδωθεί η τουρκική άποψη και θέση, είναι ώρα, Κύπρος και Ελλάδα να απαντήσουν.

Δεν νοείται διεθνής διάσκεψη με τη μορφή της τετραμερούς ή της πενταμερούς, όπως την απαιτεί η Τουρκία. Εκτός αν έχει εγκαταλειφθεί η ισχύουσα από τη δεκαετία του 1960 θέση μας, ότι απορρίπτουμε μια σύνθεση διάσκεψης, η οποία a priori θα καταργεί την Κυπριακή Δημοκρατία, ως εκ τούτου και εν πολλοίς θα προκαθορίζει και τη μορφή λύσης του Κυπριακού.

Σημ: Το Εθνικό Συμβούλιο είτε θα επανιδρυθεί είτε θα ολοκληρώσει τον κύκλο του. Επανίδρυση όμως δεν πρέπει να σημαίνει περιορισμένη σύνθεση και υπογραφή πρωτοκόλλων εμπιστευτικότητας. Σημαίνει εξαντλητικούς κανονισμούς λειτουργίας, που θα καθορίζουν τον τρόπο διατύπωσης θέσεων και τον τρόπο λήψης αποφάσεων. Που ώς ένα βαθμό θα πρέπει να δεσμεύουν τον εκάστοτε Πρόεδρο. Μόνο έτσι θα επανέλθει το Εθνικό Συμβούλιο ως χρήσιμος θεσμός συλλογικής διαβούλευσης και συναποφάσεων.

ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ Λ. ΟΜΗΡΟΥ
Τέως Πρόεδρος
Βουλής των Αντιπροσώπων