Η προκλητική ολιγωρία του Γενικού Εισαγγελέα και της Κυβέρνησης για το Μαρί
Είναι, πράγματι, αρκούντως λυπηρό το γεγονός ότι ο ανωτέρω τίτλος, που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί πριν από τον Μάρτιο του 2013, παραμένει επίκαιρος και το 2016. Το παρόν κείμενο δεν έχει γραφτεί απλώς και μόνο επειδή οι μέρες αυτές σηματοδοτούν την πέμπτη θλιβερή επέτειο από την καταστροφή στη Ναυτική Βάση -εξάλλου κάποιοι βιώνουν τα συναισθήματα των ημερών αυτών καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους- αλλά διότι προσφάτως έχουν εξαντληθεί όλα τα νόμιμα μέσα για την απόδοση δικαιοσύνης εντός κυπριακής δικαιοταξίας. Θεωρούμε ότι είναι καιρός να αποκαλυφθεί το ιστορικό της υπόθεσης και να ενημερωθούν οι συμπολίτες μας για την αναβλητικότητα και την αδράνεια τόσο του νυν Γενικού Εισαγγελέα, Κώστα Κληρίδη, όσο και της Κυβέρνησης.
Αναφορικά με τον Γενικό Εισαγγελέα, σημειώνεται πως όταν είχε αντικαταστήσει τον ανεκδιήγητο προκάτοχό του όλη η κοινωνία ανέμενε ότι θα δρούσε αποφασιστικά για να βελτιώσει τη δραματική κατάσταση, αφού η διακυβέρνηση Χριστόφια είχε αφήσει πίσω της -κυριολεκτικά και μεταφορικά- καμένη γη. Σε σχέση με την υπόθεση του Μαρί, υπήρχε η προσδοκία ότι με τη νέα τάξη πραγμάτων θα διερευνούνταν, επιτέλους, οι ευθύνες του τέως ΠτΔ για τη φονική έκρηξη.
Αρχικά, ο Γενικός συνέστησε υπομονή μέχρι την εκδίκαση των εφέσεων επί της απόφασης του Κακουργιοδικείου, η οποία εξεδόθη στις 9 Ιουλίου 2013. Το Ανώτατο Δικαστήριο απεφάνθη για τις εφέσεις στις 19 Δεκεμβρίου 2014. Άρα, αν και θα έπρεπε να εκμεταλλευθεί το χρονικό αυτό διάστημα, από τον Σεπτέμβριο του 2013 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2014 ο Γενικός Εισαγγελέας δεν προέβη σε καμία ενέργεια για την υπόθεση. Στο μεταξύ, σε συνέντευξή του στις 12 Μαΐου 2014 είχε αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο διερεύνησης των ευθυνών Χριστόφια, αλλά επανέλαβε και δημόσια ότι θα έπρεπε πρώτα να εκδοθεί η απόφαση του Εφετείου, ούτως ώστε να διαφανεί αν θα προκύψουν περαιτέρω στοιχεία για την υπόθεση (σημειώνεται ότι και το Κακουργιοδικείο αναφέρθηκε στις ευθύνες του τέως ΠτΔ).
Σεβόμενοι την προτροπή του Γενικού Εισαγγελέα, οι δικηγόροι των οικογενειών των πεσόντων περίμεναν την έκδοση των αποφάσεων του Ανωτάτου και κατόπιν αυτής έστειλαν επιστολή στον Γενικό, στις 05 Ιανουαρίου 2015, αιτούμενοι συνάντησης με σκοπό να συζητηθεί το ενδεχόμενο προώθησης ποινικής υπόθεσης εναντίον του τέως ΠτΔ.
Ωστόσο, ο Κώστας Κληρίδης ουδέποτε απάντησε στη συγκεκριμένη, όπως και στις επόμενες επιστολές για το θέμα. Συνολικά, από την ανάληψη των καθηκόντων του Γενικού Εισαγγελέα (Σεπτέμβριος 2013) μέχρι τις αρχές του 2016, οι δικηγόροι των οικογενειών απέστειλαν οκτώ επιστολές (οι έξι εκ των οποίων από τον Ιανουάριο του 2015 κι εντεύθεν) προς αυτόν, οι οποίες αγνοήθηκαν επιδεικτικά μαζί με αρκετά τηλεφωνικά μηνύματα και προφορικές συνομιλίες.
Μετά από πολλές προσπάθειες, ο Γενικός Εισαγγελέας (ο ίδιος που ηρωοποιήθηκε για την υπόθεση Ερωτοκρίτου ως «προασπιστής» της Δικαιοσύνης) μάς έκανε την τιμή να συναντηθεί με εκπρόσωπο των δικηγόρων των οικογενειών στις 25 Φεβρουαρίου 2016. Όσα εξέφρασε ο Γενικός στον δικηγόρο των συγγενών εστάλησαν και γραπτώς σε επιστολή του πρώτου, ημερομηνίας 04 Μαρτίου 2016.
Σε αυτήν ο Γενικός αναφέρει ότι είναι πολύ δύσκολο να τροποποιήσει την απόφαση που έλαβε ο προκάτοχός του κατόπιν μελέτης όλων των δεδομένων. Δηλαδή, ο νυν Γενικός αποφάσισε να παραμείνει δέσμιος της απόφασης του Πέτρου Κληρίδη, ο οποίος με τα λάθη, τις παραλείψεις και τις εμμονές του οδήγησε την υπόθεση σε αποτυχία. Ακολούθως, ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία για να προσαχθούν ενώπιον δικαστηρίου οι Χριστόφιας και Συνταγματάρχης Γεωργιάδης.
Η αναφορά του Γενικού σε σχέση με τον δεύτερο αποκαλύπτει το μέγεθος της κοροϊδίας, αφού θυμίζουμε ότι για τον συγκεκριμένο υπήρχε επαρκής μαρτυρία για να τοποθετηθεί στο αρχικό κατηγορητήριο, καίτοι αργότερα απηλλάγη (με τη Νομική Υπηρεσία να εκμαιεύει με δόλιο τρόπο τη συγκατάθεση των συγγενών προς τούτο) για να τοποθετηθεί ως κύριος μάρτυρας κατηγορίας. Το αποτέλεσμα ήταν να θεωρηθεί η μαρτυρία του Γεωργιάδη ως «μολυσμένη» από το Κακουργιοδικείο και, παράλληλα, να μη διερευνηθούν καν οι βαρύτατες ευθύνες του.
Όσον αφορά στον Χριστόφια, οι έρευνες μετά την έκρηξη δεν είχαν στραφεί προς το πρόσωπό του, καθώς κατά τη μαύρη εκείνη περίοδο επικρατούσε τρομοκρατία, έλαβε χώρα καταστροφή και χάλκευση εγγράφων, ενώ ο μηχανισμός του τότε κυβερνώντος κόμματος είχε αποδυθεί σε έναν απηνή αγώνα διαβολής ζώντων και προσβολής μνήμης τεθνεώτων, σε μια προσπάθεια απόσεισης των βαρύτατων ευθυνών του τέως ΠτΔ.
Σε αυτή την περίπτωση, ο νυν Γενικός Εισαγγελέας είχε την ευχέρεια και όφειλε ως θεματοφύλακας της έννομης τάξης να δώσει εντολή για τη διενέργεια περαιτέρω έρευνας, ούτως ώστε να διασφαλιστεί μαρτυρία για τον Χριστόφια, κάτι το οποίο για λόγους που δεν γνωρίζουμε απέφυγε να πράξει (συμπληρωματικά αναφέρουμε και τα ευρήματα του Πορίσματος Πολυβίου, τα οποία ήταν κόλαφος για τον Χριστόφια).
Κάποιος θα αναλογιστεί ότι οι ποινικές διώξεις είναι αποκλειστική αρμοδιότητα του Γενικού Εισαγγελέα, ενός ανεξάρτητου αξιωματούχου, ο οποίος δεν έχει καμία σχέση με την κυβέρνηση, άρα η τελευταία δεν μπορεί να ευθύνεται για τις πράξεις ή παραλείψεις αυτού. Ένας τέτοιος συλλογισμός είναι κατ’ αρχήν ορθός, όμως η ευθύνη της κυβέρνησης δεν αφορά στη συμπεριφορά του Γενικού Εισαγγελέα, αλλά στις ενέργειες αυτής της ιδίας. Δυνάμει του Άρθρου 4§2 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, το Υπουργικό Συμβούλιο έχει την εξουσία να διορίζει ποινικούς ανακριτές για τη διερεύνηση οποιουδήποτε ποινικού αδικήματος.
Ήδη η παρούσα Κυβέρνηση έχει ασμένως διορίσει ποινικούς ανακριτές για το θέμα των τραπεζών και την υπόθεση Ρίκκου Ερωτοκρίτου. Παρά το ότι η έκρηξη στο Μαρί έτυχε αήθους πολιτικής εκμετάλλευσης κατά την προεκλογική περίοδο για τις προεδρικές του 2013, εντούτοις άμα τη αναλήψει των καθηκόντων της η Κυβέρνηση δεν προχώρησε σε οποιαδήποτε ουσιαστική ενέργεια για το θέμα. Τονίζω το «ουσιαστική», γιατί οι μεγαλαυχίες στα μνημόσυνα και τις τηλεοράσεις, η ανέγερση μνημείων και η ονοματοδοσία δρόμων και κτηρίων δεν συνεισφέρουν στην προσπάθεια αποκατάστασης της διαρρηχθείσας δικαιικής και ηθικής τάξης.
Εφόσον παραμείνει αναλλοίωτη η πρόθεση να μη διωχθεί ο Χριστόφιας για να μη διαταραχθούν οι κομματικές σχέσεις, Γενικός Εισαγγελέας και Κυβέρνηση θα παραμείνουν εκτεθειμένοι στους πολίτες. Υπάρχουν, όμως, και εναλλακτικές προτάσεις. Αν και διαφωνώ με τις συχνές συνταγματικές αλλαγές, αυτές είναι αναπόφευκτες λόγω της δυσλειτουργικότητας του Κυπριακού Συντάγματος.
Μια σημαντική τροποποίηση που πρέπει να γίνει είναι αυτή του Άρθρου 113 Συντάγματος, που καθορίζει τις (υπερ)εξουσίες του Γενικού Εισαγγελέα. Είναι αδιανόητο σε μια ευνομούμενη πολιτεία να υπάρχει αξιωματούχος με τόσο ευρείες αρμοδιότητες, του οποίου οι ενέργειες δεν υπόκεινται σε κανένα έλεγχο. Πρέπει να αφαιρεθούν αρμοδιότητες και να θεσπιστεί μηχανισμός για δικαστική εξέταση των αποφάσεων του Γενικού. Περαιτέρω, είναι εκ των ων ουκ άνευ να τροποποιηθεί το εξόχως αμφίσημο Άρθρο 45 Συντάγματος σε σχέση με τα αδικήματα για τα οποία μπορεί να αρθεί η ασυλία του εκάστοτε ΠτΔ.
Δεν μπορεί ο καθένας να ερμηνεύει κατά το δοκούν τέτοιες διατάξεις, γι’ αυτό είναι απαραίτητο να παρατίθενται ξεκάθαρα τα αδικήματα για τα οποία θα είναι δυνατόν να αίρεται η προεδρική ασυλία. Με αυτό τον τρόπο δεν θα μπορεί κάποιος να κρυφτεί πίσω από ασαφή γλώσσα είτε για να μη διώξει είτε για να μη διωχθεί.
Εν κατακλείδι, Γενικός Εισαγγελέας και Κυβέρνηση έχουν αποτύχει οικτρά να οδηγήσουν ενώπιον της δικαιοσύνης όλους τους υπευθύνους της ολέθριας έκρηξης, παρά τις κατά καιρούς δηλώσεις τους. Οι πομφόλυγες που εκτοξεύουν παραμένουν χωρίς αντίκρισμα, ενώ οι πομπώδεις λόγοι που δεν συνοδεύονται από πράξεις ρίχνουν αλάτι στις χαίνουσες πληγές που δημιούργησε η έκρηξη.
Όσο παραλείπουν να ενεργήσουν παρεμποδίζοντας την απόδοση δικαιοσύνης, συγκαλύπτουν το σκαιό εκείνο έγκλημα που συντελέσθη το ξημέρωμα της 11ης Ιουλίου 2011· γι’ αυτό και θα πρέπει να μπουν στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας. Ενώ η κοινωνία των πολιτών θα πρέπει να μείνει ακμαία και να εργαστεί μεθοδικά για να πραγματωθεί εκείνο που μας άφησε ως παρακαταθήκη ο Ιρλανδός αγωνιστής Bobby Sands, ότι, δηλαδή, «η εκδίκησή μας θα είναι το γέλιο των παιδιών μας».
ΝΙΚΟΛΑΣ Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ
Υποψήφιος Διδάκτωρ Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου




