Το Brexit θα επηρεάσει δυσμενώς και τους Κύπριους ασθενείς, καθώς πλέον δεν θα υπάρχει, ή θα είναι πιο περιορισμένη, η επιλογή που είχαν για πρόσβαση σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στη Βρετανία
Στα πολλά προβλήματα και στις ποικίλες και σοβαρές προκλήσεις που βιώνουμε σαν κοινωνία στον χώρο της Υγείας, και που με νύχια και με δόντια έχει κληθεί η Πολιτεία και τα κέντρα λήψεως αποφάσεων να εστιάσουν την απόλυτη προσοχή τους για μιαν άμεση αλλά και μεσο/μακρο-πρόθεσμη δίκαιη, αποτελεσματική και βιώσιμη διαχείρισή τους, προστέθηκε πλέον και ένας άλλος πονοκέφαλος.
Αναφέρομαι βεβαίως στην έξοδο της Μεγάλης Βρετανίας από την Ε.Ε., δηλαδή το Brexit, μια εξέλιξη που επηρεάζει σοβαρά, ή τουλάχιστον θα επηρεάσει σύντομα, διάφορους τομείς της ζωής και της καθημερινότητάς μας, αφού πρώτα βεβαίως διασαφηνιστούν οι διακρατικές και ευρωπαϊκές σχέσεις της «νέας» Μεγάλης Βρετανίας στους διάφορους τομείς, συμπεριλαμβανομένου και αυτού της Υγείας.
Αναμφίβολα, όμως, αυτή η εξέλιξη θα επηρεάσει αρνητικά τον χώρο της Υγείας σε ένα μεγάλο ποσοστό χωρών της Ευρώπης, αλλά ιδιαίτερα σε χώρες όπως η Κύπρος, που είναι μια χώρα που για πολλούς και γνωστούς λόγους είχε μια μακρά και πολύ ιδιαίτερη ιστορία συνεργασίας με τη Βρετανία, ιδιαίτερα στον τομέα της εκπαίδευσης και της Υγείας.
Ξεκινώντας από το θέμα των φαρμάκων, θεωρώ εξαιρετικής σημασίας και δυσκολίας τη μεταφορά του σχετικού ρυθμιστικού ευρωπαϊκού οργανισμού (ΕΜΑ), που μεταξύ άλλων θα επιφέρει και ένα μεγάλο οικονομικό κόστος στην ίδια την Ε.Ε.
Ο οργανισμός αυτός διαχειρίζεται, μεταξύ μιας πληθώρας υπηρεσιών, τις αδειοδοτήσεις των φαρμάκων, θέματα που αφορούν κλινικές μελέτες φαρμακοεπαγρύπνησης, αλλά και πολλά άλλα συναφή θέματα και προγράμματα.
Άλλες ανησυχίες εστιάζονται στις εισαγωγές και εξαγωγές φαρμάκων, ειδικότερα όμως σε ό,τι αφορά τις εισαγωγές που είναι πολύ περισσότερες και αφορούν τόσο καινοτόμα όσο και γενόσημα φάρμακα. Το παρόν σύστημα αξιολόγησης των φαρμάκων στην Κύπρο βασίζεται στις τιμές άλλων χωρών, και η οποιαδήποτε διαφοροποίηση των βρετανικών φαρμακευτικών προϊόντων θα οδηγήσει σε ανάλογη διαφοροποίηση στα φάρμακα που εισάγονται από τη Μ. Βρετανία στο πολύ εγγύς μέλλον.
Από την άλλη, οι δικές μας εξαγωγές προς τη Μεγάλη Βρετανία, παρότι είναι πιο μικρές από τις εισαγωγές, θα γίνουν ακριβότερες. Αυτό αποτελεί κάτι, το οποίο χρήζει έγκαιρης αντιμετώπισης και διαχείρισης.
Συμπερασματικά, από τη μια το Brexit φέρνει νέα δεδομένα στην αγορά των φαρμάκων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά και στην ίδια τη Βρετανία φέρνει τον φόβο απορρύθμισης ενός τομέα που αποτελούσε ισχυρό χαρτί της εγχώριας οικονομίας.
Οι GlaxoSmithKline και η Astru Z, που είναι βρετανικές φαρμακοβιομηχανίες κολοσσοί, αλλά και 50 και πλέον μεγάλες ευρωπαϊκές φαρμακευτικές εταιρείες με έδρα τη Βρετανία, ανέφεραν εδώ και πολύ καιρό τους επερχόμενους κινδύνους, χωρίς όμως να υπάρχει οποιαδήποτε προεργασία ή προληπτική κίνηση. Αυτό αποδεικνύει ότι το Brexit δεν εθεωρείτο ως το πιο πιθανό αποτέλεσμα του, ιστορικού για την Ευρωπαϊκή Ένωση, δημοψηφίσματος της 23ης Ιουνίου 2016.
Η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, όμως, θεωρώ ότι αποτελεί τον πιο σοβαρό τομέα ανησυχίας, αβεβαιότητας και προβληματισμού. Και παρόλο που δεν είναι γνωστό, και αμφιβάλλω αν και οι ίδιοι οι Βρετανοί έχουν «σχέδιο Β» για τον τομέα της υγείας, το όλο θέμα θα εξαρτηθεί από το καθεστώς στο οποίο θα μετεξελιχθεί η συνεργασία της Μεγάλης Βρετανίας με τους υπόλοιπους 27 εταίρους.
Οι επιλογές είναι κυρίως δύο: η επιλογή που αφορά σε πλήρη έξοδο της Βρετανίας από την Ε.Ε., και αυτή που αφορά σε μια έξοδο που θα προνοεί, βάσει συμφωνιών, πρόσβαση στην Ευρώπη των 27.
Οι συνέπειες είναι πολλές και στις δύο περιπτώσεις, και αφορούν τόσο τους Βρετανούς, όσο και τους Κύπριους Ευρωπαίους. Αρχίζοντας από τους ίδιους τους Βρετανούς που κατοικούν στην Κύπρο, και οι οποίοι υπολογίζονται σήμερα σε πέραν των 70,000. Αυτοί απολαμβάνουν δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη βάσει των κανονισμών περί Σύνδεσης των Συστημάτων Υγείας και Κοινωνικής Ασφάλισης μεταξύ των κρατών μελών της Ε.Ε., αλλά και βάσει της διασυνοριακής νομοθεσίας.
Ταυτόχρονα, το Brexit θα επηρεάσει δυσμενώς και τους Κύπριους ασθενείς, καθώς πλέον δεν θα υπάρχει, ή θα είναι πιο περιορισμένη, η επιλογή που είχαν για πρόσβαση σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στη Βρετανία. Tην ίδια στιγμή, πιο περιορισμένη και δύσκολη καθίσταται η επιλογή των εθνικών υπηρεσιών υγείας της Κύπρου για παραπομπή ασθενών σε ιατρικά κέντρα αναφοράς στη Βρετανία (όταν δεν προσφέρεται στην Κύπρο η ιατρική περίθαλψη).
Επιπρόσθετα, οι υπάρχουσες συμβάσεις των κυπριακών ιατρικών κέντρων με κέντρα εμπειρογνωμοσύνης της Μεγάλης Βρετανίας, θα επηρεαστούν αρνητικά, αφού πλέον θα έχουμε, ως Κύπρος, συνδιαλλαγή και συνεργασία μόνο με τον ιδιωτικό (και σαφώς ακριβότερο) τομέα του συστήματος υγείας της Μεγάλης Βρετανίας.
Παράλληλα, οι Ευρωπαίοι πολίτες, επαγγελματίες υγείας, θα στερηθούν του δικαιώματος της ελεύθερης διακίνησης και εργασίας στη Βρετανία.
Οι δε Κύπριοι που ζουν και εργάζονται για χρόνια στη Βρετανία και δεν είχαν προχωρήσει σε διαδικασίες απόκτησης άδειας εργασίας ή παραμονής (αφού δεν χρειάζονταν ως Ευρωπαίοι πολίτες), θα πρέπει να επαγρυπνούν και να υπεισέλθουν σε νέες χρονοβόρες και πολύ δαπανηρές διαδικασίες προς απόκτηση τέτοιων εγγράφων και εγκρίσεων.
Υπάρχει πληθώρα ευρωπαϊκών οδηγιών, κανονισμών αλλά και ερευνητικών προγραμμάτων που συνδέουν τις ευρωπαϊκές χώρες μεταξύ τους στον τομέα της υγείας, όπως και σε πολλούς άλλους τομείς. Η αποχώρηση ενός μεγάλου και σημαντικού εταίρου όπως είναι η Βρετανία, αναμφίβολα θα έχει πολλές επιπτώσεις, το επίπεδο των οποίων δεν έχει γίνει ακόμα αντιληπτό.
Προσωπική μου εκτίμηση, και παρόλο που πιθανόν δεν ενδέχεται να υπάρξουν δραματικές εξελίξεις εντός του 2017 ή και του 2018, θα πρέπει να είμαστε προμηθείς και όχι επιμηθείς, και να αποτυπώσουμε και να καταγράψουμε τις πιθανές συνέπειες που θα επέλθουν στον τομέα της υγείας, ως αποτέλεσμα αυτού του πονοκεφάλου που ονομάζεται Brexit.
Οφείλουμε δηλαδή από νωρίς να καταρτίσουμε «σχέδιο Β» και να αρχίσουμε διαβουλεύσεις με σκοπό να υπάρξει συνεργασία και δικτύωση με άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε. στον τομέα της υγείας, αλλά και σε άλλους τομείς.
ΔΡ ΑΝΔΡΟΥΛΛΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ
BSC, MSc, PhD, Πρόεδρος Παγκύπριας Συμμαχίας Σπάνιων Παθήσεων, Εκτελεστική Διευθύντρια Διεθνούς Ομοσπονδίας Θαλασσαιμίας, Συντονίστρια Συνεργαζόμενου Κέντρου της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας για τον Έλεγχο της Θαλασσαιμίας στην Κύπρο, Μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Παγκύπριας Ομοσπονδίας Συνδέσμων Πασχόντων και Φίλων
Τα ακίνητα της εβδομάδας




