Υπευθυνότητα για τα μαθησιακά αποτελέσματα
Καθώς τα αποτελέσματα από τις παγκύπριες εξετάσεις θα αναλύονται, όπως πάντα κάποιες φωνές θα εστιάζονται στις ευθύνες των καθηγητών, του ΥΠΠ και των πολιτικών του για τα αποτελέσματα, πέρα από αυτές που αναλογούν στους μαθητές και σωστά, γιατί οι πρώτοι έχουν θεσμικούς ρόλους και ευθύνη για προώθηση των καθηκόντων τους στο μέγιστο. Στο παρασκήνιο θα ακουστούν και σχόλια για την κακή κατάταξη σε διεθνείς εξετάσεις, όπως PISA κλπ.
Το ερώτημα είναι: Πόσο πρέπει να χρεώνονται οι ιθύνοντες της εκπαίδευσης την ευθύνη των μαθησιακών αποτελεσμάτων; Το ζήτημα ανέκυψε από τη δεκαετία του ’80 στις Η.Π.Α. και αργότερα σε Αγγλία και Αυστραλία. Με άλλα λόγια, η έννοια της υπευθυνότητας των σχολικών ηγητόρων για επίτευξη προόδου σε μαθησιακά αποτελέσματα σε σχέση με εθνικές εξετάσεις.
Το θέμα είναι δύσκολο, μπορεί όμως να θεωρηθεί από κάποιες πτυχές που καθορίζουν το πλαίσιο στο οποίο κάτι τέτοιο (χρέωση υπευθυνότητας) μπορεί να γίνει, και πλαίσιο που δεν έχει ιδιαίτερο νόημα.
Πρώτα πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι το όλο θέμα, η αναζήτηση υπευθυνότητας πρέπει να ιδωθεί μέσα από ένα φακό στρατηγικής και όχι μέσα από ένα φακό απειλής ή δυσμενών επιπτώσεων, αν δεν επιτευχθεί. Σε αυτό το πλαίσιο σημασία έχει η ύπαρξη ρεαλιστικών στόχων. Αυτοί οι στόχοι καθορίζονται από τις κοινώς νοούμενες προσδοκίες για όλους τους μαθητές, συνολικά.
Το τι είναι κοινώς νοούμενο διαφέρει, γιατί κάποιοι θα ορίσουν ότι σε ορισμένα μαθήματα τα κριτήρια πρέπει να είναι πιο χαλαρά. Η απάντηση είναι ότι κοινώς νοούμενο με ένα απλό μοντέλο είναι ένα όριο κοντά στο 10% για αποτυχία και ένα αντίστοιχο πλαίσιο για αριστεία κλπ.
Ένα τέτοιο πλαίσιο μπορεί να συνδυαστεί με έγκυρη θεώρηση περί υπευθυνότητας.
Το άλλο πλαίσιο είναι αυτό το οποίο αποκλείει την προκατάληψη και τη θεμελίωση της υπευθυνότητας πάνω σε περιοριστικές πραγματιστικές αποκρίσεις, όπως όταν μπουν κριτήρια μέχρι υποβάθμισης θέσης εργασίας, γιατί τέτοια πλαίσια δεν έχουν το στοιχείο της προώθησης των στόχων της πορείας αλλά περισσότερο στοιχειώδη αντανακλαστικά, που εκφεύγουν του πλαισίου του φακού της στρατηγικής (Quong, 2010).
Η ουσία είναι ότι υπάρχει περιθώριο αύξησης της σχολικής αποτελεσματικότητας και ένα από τα προβλήματα είναι ότι οι σχολικοί ηγήτορες, από την πιο χαμηλή ιεραρχία στην πιο υψηλή, παραβλέπουν να εκτιμήσουν τη σημασία ή την ίδια την πραγματικότητα.
Ένα πλαίσιο προώθησης αυτής της προοπτικής πρέπει να είναι ευέλικτο, να περιέχει στοιχεία εκπαίδευσης προσωπικού, όπως το τι έγκειται έγκυρη θεώρηση περί αποτελεσματικότητας και ποιες πρακτικές πρέπει θεσμικά να προβλέπονται και να αποτρέπονται, με συντρέχοντες και όχι μονόδρομους στόχους, όπως τη δημιουργία σχετικής κουλτούρας, η μέτρηση της οποίας πρέπει να θεωρηθεί ισάξια με την επίτευξη στάσεων υπευθυνότητας ή πραγματικής αποτελεσματικότητας.
Ο κύριος στόχος της υπευθυνότητας είναι η ανάδειξη στάσεων που δεν χαρακτηρίζονται από κοντόφθαλμες προοπτικές ή εκτός ουσίας θεωρήσεις.
ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ
Εκπαιδευτικός




