Ένα αναπόσπαστο μέρος των παιδικών μου χρόνων είναι όταν πήγαινα με τους αξέχαστους γονείς μου Σάββα και Βαλεντίνη Τσαγγαρίδου εις το μοναδικό και πολυσύχναστο καφεστιατόριο «Χατζησάββα», που ήτο εις την αξέχαστη Πλατεία Μεταξά, απέναντι από το Μαγικό Παλάτι.
Έρχονται στη μνήμη μου σαν μια παλιά ελληνική κινηματογραφική ταινία η μεγάλη κοσμοσυρροή, όταν συναθροίζονταν όλη η αριστοκρατία της Κύπρου για να γευθούν τα παραδοσιακά φαγητά κυπριακής κουζίνας, σουβλάκια, σιεφταλιά, αρνίσια παϊδάκια, μακαρόνια του φούρνου, ακόμη λουκάνικα και λούντζες του Αγρού, και να γευθούν τη φημισμένη κρέμα με ξηρούς καρπούς από αμύγδαλα και καρύδια, και όλων των ειδών γλυκά.
Εδώ γίνονταν συνοικέσια. Ερχόντουσαν οι γυναίκες της αριστοκρατίας να πιουν το τσάι τους και να φάνε το νόστιμο κέικ του Χατζησάββα.
Το «Χατζησάββα» κτίστηκε από τον αείμνηστο Κυπρή Χατζησάββα, ο οποίος το δώρισε το 1942 στο Παγκύπριο Γυμνάσιο. Μετά το 1944 η Σχολική Εφορία το νοίκιασε στον αλησμόνητο Χατζηνικόλα Κ. Λειβαδιώτη από τον Αγρό, μέχρι το 1965, οπότε κατεδαφίσθη και έγινε το Μέγαρο Χατζησάββα. Ο αλησμόνητος Χατζηνικόλας από τον Αγρό συνέχισε σε διαμορφωμένη αίθουσα το καφεστιατόριο μέχρι το 1992 που πέθανε. Μετά το ανέλαβαν τα παιδιά του, μέχρι το 2001 που έκλεισε τις πύλες του.
Όπως θυμούμαι υπήρχε και υπαίθριος χώρος καφεστιατόριο γύρω γύρω από το κλειστό καφεστιατόριο.
Πώς μπορώ να ξεχάσω την ευγένεια και περιποίηση προς την πολυπληθή πελατεία του αξέχαστου διευθυντή Χατζηνικόλα Κ. Λειβαδιώτη, την αγάπη του προς εμένα και τους γονείς μου, που ήτο το καθημερινό μας σπίτι που το κρατούσε με νύχια και με δόντια, αυτό το αξέχαστο κόσμημα της πάλαι ποτέ ωραίας Λευκωσίας.
Αυτά αναπολώ, αλλά λυπούμαι που δεν μπορώ να τα ξαναζήσω.
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΤΣΑΓΓΑΡΙΔΗΣ
Τα ακίνητα της εβδομάδας




